Λίγους μήνες πριν από την κάλπη του 2019. Οι μεγάλοι κίνδυνοι της χρεοκοπίας είχαν περάσει. Ο Τσίπρας είχε αρχίσει, με τον δικό του τρόπο, να περιγράφει καλύτερες μέρες – και να μοιράζει τα πρώτα επιδόματα. Ο Μητσοτάκης είχε πει τότε στους συνομιλητές του τη φράση «δεν θα χαρίσω στον Τσίπρα την κανονικότητα».
Τη συνέχεια εκείνης της προεκλογικής στρατηγικής μοιάζει να ζούμε μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια και δύο βουλευτικές εκλογές μετά. Ο Τσίπρας χάρισε στον Μητσοτάκη την κανονικότητα. Του έδωσε την ευχέρεια να μονοπωλήσει την ατζέντα για σταθερή κυβέρνηση, χωρίς πειράματα, χωρίς δράματα. Γι’ αυτό και η Ν.Δ. μπορεί στη δεύτερη κάλπη να συνεχίζει την εκστρατεία της πρώτης. Ούτε τα συνθήματα ούτε οι μέθοδοι έχουν αλλάξει. Με Ν.Δ. ψηφίζεις κυβέρνηση. Με τους άλλους, τι;
Το να λες ότι ο Τσίπρας «χάρισε» στον Μητσοτάκη το μονοπώλιο, δεν είναι απλό σχήμα λόγου. Το έχει πλέον ομολογήσει και ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Προερχόμενη από το κόμμα που είχε βγει από τη μήτρα της μεγάλης αγανάκτησης, η απλή αναλογική κατέληξε συνώνυμη της αποσταθεροποίησης. Ο κομιστής της έμοιαζε να προτείνει στους ψηφοφόρους ένα κόλπο δολιοφθοράς κατά της πλειοψηφίας του πρώτου κόμματος – αφού τη ρόδινη πλευρά του «άδολου» συστήματος που επέπρωτο να επωάσει μεγάλες συναινέσεις, δεν την υπηρέτησε ούτε καν ο ίδιος. Η «συναινετική» διαθεσιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ συνοψιζόταν (πάλι) στην πολάκειο απόφανση, ότι «αν δεν συνεργαστούν μαζί μας, θα είναι είτε πιασμένοι (ΠΑΣΟΚ) είτε κολλημένοι (ΚΚΕ)».
Αν ο Μητσοτάκης χρειαζόταν ένα φόβητρο για να στήσει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», χορηγός του χάους ήταν όντως η υπονομευμένη από τον Τσίπρα απλή αναλογική.
Λίγο πριν από το δεύτερο σκέλος αυτής της μακράς εκλογικής μετάβασης, ξέρουμε τι αποσύρθηκε από τη σκηνή. Ξέρουμε ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν εφικτές μόνο σε καθεστώς χρεοκοπικού καταναγκασμού και πάλι με ενισχυμένη αναλογική. Ξέρουμε ότι η συλλογική ψυχολογία έχει ξεπεράσει το τραύμα και έχει προσανατολιστεί στον ορίζοντα προσδοκιών μιας ευρωπαϊκής, ανεπτυγμένης οικονομικά, δημοκρατίας. Ξέρουμε ποιος θα αναλάβει να υπηρετήσει αυτές τις προσδοκίες.
Αυτό που δεν ξέρουμε είναι πώς θα ισορροπήσει το πολιτικό σύστημα χωρίς ισχυρά κοινοβουλευτικά αντίβαρα. Γιατί μπορεί η απλή αναλογική, όπως επιχειρήθηκε, να απέτυχε ηθικοπολιτικά ως τέχνασμα· η συναινετική δεοντολογία, όμως, που το εκλογικό σύστημα προοριζόταν να θεσμίσει, παραμένει ζητούμενο. Οχι μόνο για λόγους δεοντολογικούς. Αλλά για λόγους κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Σε ένα σύστημα διακυβέρνησης όπου το Μαξίμου διορίζει από τον διοικητή του νοσοκομείου Καρδίτσης μέχρι τον διοικητή της ΕΥΠ, η αποτελεσματικότητα της λογοδοσίας και του ελέγχου είναι ζήτημα ουσίας, και όχι μεταφυσικής της δημοκρατίας.
Η απάντηση σε αυτές τις αγωνίες είναι ότι η πείρα των ομολογημένων αποτυχιών του καθιστά τον Μητσοτάκη ικανότερο να οικονομήσει και τη νωπή εξουσία του. Ετσι, ο ψηφοφόρος που θέλει, έστω, μία κυβέρνηση, πρέπει να αρκεστεί και στη διαβεβαίωση ότι ο πρωθυπουργός θα αντιπολιτεύεται ο ίδιος τον κακό εαυτό του.
Πλεύση θωρηκτού
Υπόδειγμα προνοητικότητας. Το πρώτο κόμμα που ξεκίνησε τις διαγραφές στην κοινοβουλευτική του ομάδα προτού μπει στη Βουλή.
Σάντα Μπάρμπαρα
Ηταν λίγο μετά το 2000. Δεν υπήρχαν έξυπνα κινητά με έξυπνους χάρτες. Μια παρέα εικοσάρηδων –παιδιά όχι της ελίτ, αλλά καρποί της μεταπολιτευτικής προκοπής– ψαχνόταν, περασμένα μεσάνυχτα, στην Αγία Βαρβάρα. Τι γύρευαν εκεί, μες στα σκοτάδια, Σάββατο βράδυ; «Συγγνώμη, κύριε. Ξέρετε, μήπως, αν αυτό είναι το κέντρο που τραγουδάει ο Φλωρινιώτης;». Το κέντρο δεν έμοιαζε με κέντρο. Ηταν μια προσωρινή κατασκευή, με γυρισμένα τα ελενίτ οπίσθιά της στον κεντρικό δρόμο. Μέσα, το μεγάλο παράπηγμα έσφυζε από καπνό και ντεσιμπέλ. Βρέθηκε τραπέζι. Κάθισαν. Ηπιαν. Ακόμη και το κρασί ήταν μπόμπα. Επρεπε, όμως, να το καταπιείς για να μπεις στην παραίσθηση. Οι φιγούρες στην πίστα προσποιούνταν ότι τραγουδούσαν. Τα παιδιά στην αρένα προσποιούνταν ότι μεράκλωναν. Μέχρι να φτάσει η ώρα που ο σταρ αναδυόταν επιτέλους απαστράπτων μέσα από τα σπλάχνα του παραπήγματος, ο φούρνος της ζάλης σε είχε ψήσει για να τον υποδεχτείς χωρίς αναστολές. Χωρίς την αρχική ανθρωπολογική περιέργεια. Ο Φλωρινιώτης είχε βγει τότε από τη λήθη χάρη στην trash tv. Και για τα καλά παιδιά μετρούσε σαν μαγκιά να συναντηθούν αυτοπροσώπως με το trash. Πώς ήταν τελικά αυτή η συνάντηση; Κανένας δεν θυμάται. Η μνήμη έχει κρατήσει μόνο ένα κοστούμι χρυσό που παλλόταν μέσα στους καπνούς. Και ένα γλυκό οξύμωρο: Ο λαμέ μπαμπάς τραγουδούσε με τη λαμέ κόρη.

