Θα το πληρώσει, του έλεγαν. Εχει βάλει όλο το ΠΑΣΟΚ στο Μαξίμου. Εχει χειριστεί πολύ επιθετικά τις «ευαισθησίες» κατά των εμβολίων. Εχει ταυτιστεί με τους Αμερικανούς – εις βάρος του ομόδοξου έθνους. Εχει απομακρυνθεί από τις «ρίζες» της Δεξιάς, και θα το βρει στην κάλπη. Και όντως. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχασε κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα (Β΄ Θεσσαλονίκης, Πιερία, Χαλκιδική, Δράμα, Καστοριά) κατά μέσον όρο 3 μονάδες. Αλλά κέρδισε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα με 40%.

Θα μπορούσε, χονδρικά, να πει κανείς ότι αυτή η επίδοση δικαιώνει την άποψη ότι οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο. Πράγμα που ισχύει και αντιστρόφως: Αν ενδώσεις στις πιέσεις μιας ηχηρής μειοψηφίας, κινδυνεύεις να χάσεις τους πολλούς.
Οι περιγραφές αυτές είναι πολύ αόριστες για να εξηγήσουν αυτό που συντελέστηκε την 21η Μαΐου. Από τις κάλπες δεν βγήκε μια Ν.Δ. που απλώς κατάφερε να «μαζέψει» κάποιους μετακινούμενους ψηφοφόρους από τον ανταγωνιστή της. Αυτή τη φορά αναδύθηκε ένα κόμμα που πλειοψήφησε ακόμη και σε περιοχές όπου η Ν.Δ. έχανε, ακόμη και όταν την ευνοούσε το εκλογικό εκκρεμές. Το αποτέλεσμα στη Β΄ Πειραιά και στη Δυτική Αττική· οι επιδόσεις της Ν.Δ. σε άλλους δήμους του Λεκανοπεδίου, όπως η Καισαριανή, αλλά και σε περιφέρειες όπως η Αχαΐα και η Κρήτη, μάλλον οδηγούν σε αχρησία τον όρο «Δεξιά» και σε τελεσίδικη υποστολή τα λάβαρα των «αντιδεξιών» μετώπων. Το ελάχιστο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι δεν βρέθηκαν πολλοί παραδοσιακοί ψηφοφόροι της Κεντροαριστεράς να καταψηφίσουν τον Μητσοτάκη μόνο επειδή είναι Μητσοτάκης.
Βγήκε από την κάλπη ένα νέο κόμμα;
Αυτό δεν έγινε μόνο του. Από την πρώτη στιγμή που ο Μητσοτάκης ανέλαβε την ηγεσία της Ν.Δ., ήταν φανερό ότι έπρεπε να γεφυρώσει δύο χάσματα. Το χάσμα που είχε ανοίξει η χρεοκοπία και οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης με στρώματα κυρίως του αστικού πληθυσμού της Αττικής, που πλήρωσαν μεγάλο μέρος του τιμήματος. Και την απόσταση που δημιουργούσε με τους ψηφοφόρους η στερεοτυπική αντίληψη για τον ίδιο τον νέο πρόεδρο της Ν.Δ., ως γόνο δυναστείας και μέλος μιας προστατευμένης ελίτ.
Η 21η Μαΐου έδειξε ότι αμφότερα τα ελλείμματα καλύφθηκαν όχι με μια «ιδεολογική» πολιτική – που βασιζόταν στις ταυτότητες και τις αφηρημένες αξίες· αλλά με μια διακυβέρνηση που «εκμαίευε» εμπιστοσύνη διά του αποτελέσματος και του πραγματισμού.
Φαίνεται άραγε δικαιολογημένη η αισιόδοξη ανάγνωση του ίδιου του προέδρου της Ν.Δ., που περιγράφει την πλειοψηφία αυτή σαν να ήταν ένα νεογέννητο συλλογικό υποκείμενο; Εχουμε όντως μια –όπως την είπε– «νέα Νέα Δημοκρατία»;
Μπορεί να υπάρχουν αυτά τα ρεύματα στο 40%. Ομως, δεν έχει ακόμη κριθεί αν θα εκπροσωπηθούν αναλόγως στην επόμενη κυβέρνηση. Αν η κυβερνητική πλειοψηφία είναι τελικώς ισχνή, η παλιά Ν.Δ. θα αποκτήσει επιρροή. Και θα μπορεί να τραβάει τη νέα Ν.Δ. από το μανίκι.

