Η σύμπτωση είναι απίστευτη. Ενας οιωνός που μάλλον θα πάει αδιάβαστος. Σήμερα, 21 Μαΐου, καταθέτουμε στην κάλπη, συνοψισμένες σε ένα ψηφοδέλτιο (ίσως και λευκό), τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις αντιλήψεις μας για τα ανθρώπινα και βεβαίως τις ψευδαισθήσεις μας. Επίσης σήμερα όμως είναι και η Ημέρα Υπέρβασης της Γης για όσους κατοικούμε στην Ελλάδα. Είναι δηλαδή η ημέρα που εμείς οι Ελλαδίτες (και μαζί μας όλοι οι υπόλοιποι γήινοι, αν ζούσαν με το δικό μας καταναλωτικό μοντέλο) εξαντλούμε τους περιβαλλοντικούς πόρους που «κανονικά» θα έπρεπε να μας φτάσουν για όλο το 2023. Πώς θα πορευτούμε στους εφτά μήνες συν δέκα μέρες που απομένουν ώσπου να ξαναευχηθούμε εθιμοτυπικά «ευτυχές το νέον έτος»; Με δανεικά; Οπως πορεύονται όσοι συμπολίτες μας εξαντλούν ήδη τη 15η κάθε μηνός τα χρήματα που «κανονικά» (αν οι μισθοί δεν ήταν γλίσχροι και η ακρίβεια δεν στέγνωνε ταχύτατα τα βαλάντιά τους) θα επαρκούσαν για ολόκληρο τον μήνα. Από πού να δανειστούμε όμως καθαρό αέρα, γάργαρο νερό, ενέργεια, χώμα, δέντρα, ψάρια, πετούμενα;
Στις 5 Μαΐου δημοσιεύτηκε στην «Κ», με τον τίτλο «Κλιματική κρίση και ενέργεια: Ποιοι “ξεζουμίζουν” τον πλανήτη», έρευνα – ανάλυση του καθηγητή Γιάννη Μανιάτη, με τη συνεργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών/τριών Ι. Βούλγαρη, Α. Μανώλη, Ι. Ταρνάρη. «Η Ημέρα Υπέρβασης της Γης», διαβάζουμε εκεί, «σηματοδοτεί την ημερομηνία κατά την οποία η ζήτηση της ανθρωπότητας για φυσικούς πόρους και υπηρεσίες σε ένα δεδομένο έτος υπερβαίνει τις αντίστοιχες ικανότητες αναγέννησης της ίδιας της Γης. Κατάρ, Λουξεμβούργο, ΗΠΑ, Καναδάς, Εμιράτα ανήκουν στις πιο σπάταλες χώρες. Επίσης, σχεδόν το σύνολο της Ε.Ε. Η Ελλάδα, στις σχετικά πιο “συντηρητικές” καταναλώτριες χώρες, με ελληνική Ημέρα Υπέρβασης της Γης την 21η Μαΐου».
Για να προσδιοριστεί η ετήσια ημερομηνία-ορόσημο, συνδυάζεται το οικολογικό αποτύπωμα των δραστηριοτήτων μας (οι χερσαίες και θαλάσσιες επιφάνειες που απαιτούνται για να παραχθούν οι καταναλώσιμοι πόροι) με τη «βιολογική ικανότητα» της Γης, δηλαδή την ικανότητα των οικοσυστημάτων να αναπαράγονται και να απορροφούν τα απορρίμματά μας, και πρωτίστως το διοξείδιο του άνθρακα. Το αποτέλεσμα: Κάθε πέρυσι και καλύτερα. Το 1970 η ανθρώπινη πίεση υπερακόντισε την ικανότητα αναγέννησης των φυσικών οικοσυστημάτων στις 29.12, το 2000 στις 7.8, το 2022 στις 28 Ιουλίου. Ηδη χρειαζόμαστε 1,75 φορές τη Γη για ένα χρόνο.
Ο πίνακας στην «Κ» μας πληροφορεί ότι αν ζούσαμε όλοι οι γήινοι όπως οι Καταριανοί, θα εξαντλούσαμε τον πλανήτη στις 10 Φεβρουαρίου. Σαράντα μέρες όλες κι όλες – ταιριαστό αυτό, θα κάναμε και τα σαρανταήμερα. Με στυλ Λουξεμβούργου, οι φυσικοί πόροι θα άντεχαν έως τις 14 Φεβρουαρίου. Με το μοντέλο του Καναδά και των ΗΠΑ θα φτάναμε έως τις 13 Μαρτίου. Μέχρι τον τελευταίο μήνα του 2023 θα καταφέρναμε να φτάσουμε μόνο αν ζούσαμε όπως στην Ινδονησία (3.12), στον Ισημερινό (6.12) και στην Τζαμάικα (20.12).
Oι «εκτός τόπου και χρόνου» ιδεαλιστές επιχειρούν να κομματιάσουν την «απόχη του ρουσφετιού», για την οποία μιλούσε ο Κωστής Παλαμάς.
Καμπανάκι κινδύνου; Μάλλον κωδωνοστάσιο ολόκληρο, όπως άλλωστε και το Ρολόι της Αποκάλυψης, που δείχνει ότι απέχουμε μόλις 90 δευτερόλεπτα από την καταστροφή. Κι ωστόσο αυτός ο δυσοίωνος ήχος δεν κατόρθωσε να γίνει ακουστός. Τον σκέπασε ο θόρυβος που παράγουν οι προεκλογικές θηρευτικές ατάκες και διενέξεις. Η κλιματική κατάρρευση, πως τη ζει η Ελλάδα από κοινού με τον κόσμο όλο, δεν συζητήθηκε. Οι ευρωκαταδίκες για την ποιότητα του αέρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, οι αιωνόβιες παράνομες χωματερές, το αποτυχημένο μοντέλο ανακύκλωσης, το ύψος δόμησης, που το ξεπερνάς ακόμα κι αν κρύβεις τον Παρθενώνα, η μη προστασία των περιοχών Natura, η «κανονικοποίηση» των ακραίων φυσικών φαινομένων, το SOS των νησιών, που τα εξαντλεί η εμμονή των τουριστικών ρεκόρ, δεν φαίνεται ότι θα κρίνουν το χρώμα της ψήφου μας.
Πώς ψηφίζουμε άραγε; Εχοντας κατά νου τη μεγάλη εικόνα ή μια πολύ μικρή; το (υπερτροφικό) εγώ ή το περίφημο «εμείς», ένα φάντασμα; το μέλλον ή το αύριο-μεθαύριο; Ο καθείς και ο τρόπος του. Αλλοι με καρδιά που τη βάρυναν τα χρόνια και οι διαψεύσεις, άλλοι με προσποιητό ή και πραγματικό ενθουσιασμό. Πολλοί ρίχνουν το βόλι τους συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειάς τους, ιδίως αν υπήρξε επωφελής, αποκρυσταλλωμένη σε προσλήψεις στο περιθώριο του ΑΣΕΠ (γίνονται, γίνονται…), σε ευνοϊκές μεταθέσεις, σε διευκολύνσεις γενικώς, γαλαντόμικα παρεχόμενες από τους μάστορες της μεθόδου που τιτλοφορείται «Κατόπιν ενεργειών μου…». Σφάλλουν όσοι βιάζονται να πιστέψουν πως δεν υπάρχει πια μια «βαθιά Ελλάδα», πιστή στις αντιδραστικότερες παραδόσεις της, και κυρίως στο έθιμο που θέλει τις γυναίκες να ψηφίζουν ό,τι τους πει ο άντρας, ο πατέρας, ο αδερφός τους.
Υπάρχουν όμως –πάντα θα υπάρχουν, ευτυχώς για τον τόπο– κι εκείνοι που, με καθοδηγητή συνήθως την ηλικία τους, η οποία δεν θεωρεί αυτοκαταστροφική ανοησία τον ιδεαλισμό και δεν παραδίδεται στην απογοήτευση, αποφασίζουν να σπάσουν την παράδοση που αποδίδει στην ψήφο ανταλλακτική αξία. Την παράδοση που υποβιβάζει το βόλι μας σε στοιχείο ενός «δούναι και λαβείν» που ευτελίζει τον πολίτη, τον υποβαθμίζει σε ανελεύθερη και αναξιοπρεπή λεία των ρουσφετολόγων. Επιχειρούν δηλαδή οι «εκτός τόπου και χρόνου» ιδεαλιστές να κομματιάσουν την «απόχη του ρουσφετιού», για την οποία μιλούσε ο Κωστής Παλαμάς στο διήγημα «Ενας ψηφοφόρος», το μακρινό πλην παρόν 1887. Ταπεινός ψαράς ο ήρωας του Παλαμά, αγανακτεί μ’ έναν τοπικό κομματαρχίσκο και πουλάει την ψήφο του «για εβδομήντα ψωροδραχμές» σε αντίπαλο πολιτικό, με το δηλωτικό όνομα Χρύσης. Την κρίσιμη στιγμή όμως η υπόληψή του αρνείται τη δωροδοκία. Αποστρέφεται τα τάλαρα της εξαγοράς, ελευθερώνεται από την απόχη του ρουσφετιού και ψηφίζει κατ’ εντολήν των πραγματικών αισθημάτων του.
Η κερδώα, συναλλακτική ψήφος μοιάζει απολίτικη, έχει ωστόσο πολιτικότατα γνωρίσματα. Είναι χαραγμένη από το δόγμα «εγώ και το συμφεροντάκι μου, κι εσύ, Ρωμαίικο, γεια σου και χαρά σου». Οι πιστοί του ακούνε για Υπερβάσεις της Γης, Ρολόγια της Αποκάλυψης και λοιπά μελό και γελούν σαρκαστικά. Είναι οι μόνιμοι νικητές άλλωστε. Ο,τι κι αν βγάζει η κάλπη.

