Στη Βαρβάκειο υπάρχουνε παιδιά

1' 48" χρόνος ανάγνωσης

Το φορτηγό είχε μπει με την όπισθεν, τσίμα τσίμα, κλείνοντας την είσοδο της κεντρικής πύλης της ψαραγοράς. Ξεκινούσε ή τελείωνε το ξεφόρτωμα; Δυο εργάτες παραμέσα κάτι έλεγαν ήρεμα. Προπαραμονές 25ης Μαρτίου, 11 και κάτι το βράδυ, μύριζε μπακαλιάρος. Κατέβαινα την Αθηνάς από Ομόνοια προς Μοναστηράκι, βιαστικός, για να συναντήσω φίλους σε ένα καινούργιο μαγαζί στη Βύσσης, στο στενό με τα πομολάδικα. Την περπατάω συχνά την Αθηνάς, η Αθηνάς είναι η Αθήνα αμακιγιάριστη. Ενα μωσαϊκό ανθρώπων, υλών, ιδεών, ένα ποτάμι ξέχειλο, παντού τρίμματα από το αρχαίο τέμπλο της πόλης. Στο κομμάτι προς Ομόνοια η Αθηνάς έχει μια περίεργη σκοτεινιά τα βράδια. Σιγή ιχθύος.

Μες στα σκοτάδια, ακούω γρατζούνισμα μπουζουκιού, κοντοστέκομαι. Δυο μυστήριοι τύποι, στη διπλανή αψιδωτή είσοδο της αγοράς, αρχίζουν να παίζουν ένα σκοπό. Κλεφτή ματιά: κουκουλωμένοι, είχε κρύο, δίπλα ένα παλιό στρογγυλό τραπέζι καφενείου με τσιγάρα, νερά, κλειδιά. Στο τσιμέντο κάτω μια ηλεκτρική σόμπα επάνω σε ένα φελιζολένιο κιβώτιο. Μια αθηναϊκή αγιογραφία. Αναψε φωτιά μες στο μυαλό μου. Ψυχή γύρω. Δυο τύποι που έπαιζαν για την πάρτη τους. Εφυγα βιαστικά, είχα αργήσει, στον δρόμο τσιμπιόμουν. Δυόμισι ώρες μετά, ξαναπερνώ από το σημείο με δυο φίλους. Οι δυο τύποι έχουν γίνει πέντε, ένας μικρός χορός, μια κομπανία που παίζει παραπονεμένα τραγούδια. Εχουν κατεβάσει ρολά, παίζουν πίσω από τα ρολά, το φορτηγό έχει φύγει. Παίζουν ακόμη, για την πάρτη τους.

Στην Ομόνοια, στο στομάχι της πόλης, ένα ταμπλό βιβάν, μια κομπανία από άλλη ζωή. Το τραγούδι παρηγορητικό, έριξε λίγο φως στη σκοτεινιασμένη ζωή μας. Πέντε εργάτες που έπαιζαν και τραγουδούσαν μέχρι να πιάσουν δουλειά. Αρα, δεν μπορεί, όλα θα πάνε καλά. Ακούσαμε δυο τραγούδια, κουβεντιάσαμε λίγο, συστηθήκαμε, ποιοι είστε, τι θέλετε, ναι, κανένα πρόβλημα, καθίστε, περιμένουμε να ανοίξει η αγορά, εμείς γυρνάμε σπίτι. Λίγο πριν φύγουμε, μας ρώτησαν αν θέλουμε να παίξουν κάτι, παραγγελιά. Κανένα σμυρναίικο, λέει ο Ι. Επιασαν να παίζουν το «Ερηνάκι». Ενα από τα ωραιότερα ρεμπέτικα, βαρύ και ανθρώπινο, αμανεδιάρικο και χαριτωμένο. Από τα απαγορευμένα θαρρώ, καθότι χασικλίδικο, τραγούδι του Τούντα. Το τραγουδήσαμε μαζί, από τα πιο αγαπημένα μου λαϊκά τραγούδια. Το Ερηνάκι με το μουσμουλί γοβάκι. Σαν το κατοπινό έντεχνο Φροσί με το δάκρυ το θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα, του Γκάτσου και του Χατζιδάκι. Τραγούδια-κόσμοι ολόκληροι. Αυθεντικοί και ανελέητοι.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT