Το πλακατζίδικο ερώτημα «τα παιδιά του Ζεβεδαίου ποιον είχανε πατέρα;», που το ακολουθούσε το ζευγάρι του, «τ’ άσπρο άλογο του Κολοκοτρώνη τι χρώμα είχε;», είναι μία από τις πρώτες παγίδες που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε πιτσιρικάδες ακόμα. Τα αντανακλαστικά μας ελέγχει η ερώτηση, όχι την ευφυΐα μας. Ποιος ο Ζεβεδαίος αυτός; Σίγουρα όχι ο βιβλικός, ο πατέρας των Αποστόλων Ιωάννη και Ιακώβου και σύζυγος της Αγίας Σαλώμης. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Ζεβεδαίος στην Επανάσταση ήταν στο ασκέρι του Καραϊσκάκη, και μάλιστα τσαούσης, λοχίας. Οποτε ξέκλεβε χρόνο από τον πόλεμο και επέστρεφε για λίγο στο σπίτι του, έβρισκε ένα νέο νήπιο να τον περιμένει. «Φτυστός εσύ» θα του έλεγε ίσως η κυρά του, όπως στις κωμωδίες, και ο επαναστάτης μας έκανε πως δεν καταλάβαινε. Εφτά παιδιά απέκτησε εξ αποστάσεως ο καλός άνθρωπος, μα ποτέ δεν βαρυγκόμησε. Ούτε έσφαξε την κυρά του, όπως όριζε το πατερναλιστικό εθιμικό δίκαιο. Ισα ίσα, στην ελεύθερη Ελλάδα πια, τα μεγάλωσε σαν δικά του. Κι ας ήταν αγνώστου πατρότητος.
Εν πάση περιπτώσει, εμάς εδώ σήμερα θα μας απασχολήσουν τα τέκνα του Ζεβεδαίου της Βίβλου, όχι του θρύλου. Το αίτημά τους προς τον Ιησού, που υποβλήθηκε μάλιστα διά της μητρός τους, έδωσε στον Χριστό την ευκαιρία να επιτεθεί με το ηθικοπνευματικό του φραγγέλιο στη ματαιοδοξία και στη φιλοπρωτία. Η Σαλώμη, λοιπόν, παρακάλεσε τον Ιησού να τοποθετήσει τον έναν γιο της στα δεξιά του, όταν έρθει η ώρα της βασιλείας των ουρανών (τότε πίστευαν ότι επίκειται), και τον άλλον στα αριστερά του. Οι δύο μαθητές, μάλιστα, απάντησαν με βαριά έπαρση ότι μπορούν και αυτοί να πιουν «το ποτήριον» του πάθους που επρόκειτο να πιει ο διδάσκαλός τους. Τα υπόλοιπα από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο, στη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας: «Οταν το άκουσαν αυτό οι υπόλοιποι δέκα μαθητές, αγανάκτησαν με τους δύο αδερφούς. Ο Ιησούς τούς κάλεσε τότε και τους είπε: “Ξέρετε ότι οι ηγέτες των εθνών ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους και οι άρχοντες τα καταδυναστεύουν. Σ’ εμάς όμως δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει δούλος σας”». Στη γλώσσα του ευαγγελίου: «Οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών». Η επιλογή της Βιβλικής Εταιρείας να αποδοθούν οι «άρχοντες» του πρωτοτύπου ως «ηγέτες», το δε «μεγάλοι» ως «άρχοντες», έχει το φιλολογικό ενδιαφέρον της: δείχνει ποια προβλήματα καλείται να επιλύσει η ενδογλωσσική μετάφραση.
Την αρρώστια της φιλοπρωτίας επιχείρησε να καταπολεμήσει και ο Παύλος, στην προς Φιλιππησίους επιστολή σου, μάλλον επειδή θα έβλεπε συμπεριφορές που ακύρωναν πολύ νωρίς την εντολή του Ιησού: «Μηδέν κατά ερείθειαν ή κενοδοξίαν, αλλά τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών». Στην ίδια μετάφραση: «Μην κάνετε τίποτα από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί ο καθένας ανώτερό του τον άλλο».
Η Τζασίντα Αρντερν βρήκε τη δύναμη να απαρνηθεί ό,τι πιο ποθητό: την πρωτοκαθεδρία, την ισχύ, την ηγεμονία.
Η ιστορία της χριστιανοσύνης, ανεξαρτήτως δόγματος, πιστοποιεί ότι και οι εντολές του Ιησού και οι επιστολές του Παύλου δεν βρήκαν παραλήπτες πρόθυμους να τις μετουσιώσουν σε πράξη· ο «Ηγεμών» του Νικολό Μακιαβέλι είναι το αγαπημένο καθοδηγητικό ανάγνωσμα των «αρχόντων των εθνών», όχι τα ευαγγέλια. Η ιστορία της ανθρωπότητας στο σύνολό της πιστοποιεί ότι οι θρησκείες, τα ιερατεία δηλαδή με τα οποία κατέληξαν να ισούνται, κάθε άλλο παρά προς το καλό έστρεψαν τον κόσμο. Η βουλιμία για ισχύ, η μανία για δύναμη και εξουσία, είναι η πέμπτη θεμελιώδης δύναμη της φύσης, δίπλα στη βαρυτική, την ασθενή πυρηνική, την ηλεκτρομαγνητική και την ισχυρή πυρηνική. Αυτή παράγει αενάως εξουσιολαγνικά οιονεί πραξικοπήματα, στους κόλπους ενός κράτους, ενός κόμματος, ακόμα και ενός φιλολογικού ή φιλοτελιστικού ομίλου. Αυτή φαλκιδεύει την καχεκτική έτσι κι αλλιώς δημοκρατία. Αυτή δεν ανέχεται τον έλεγχο των πεπραγμένων της και βδελύσσεται την κριτική. Αυτή δεν ακούει τη φωνή της κοινωνίας, προτιμώντας τη φωνή των κολάκων. Αυτή διαπλέκεται ανενδοίαστα, ώστε να δολοφονήσει τους «δύστροπους» ή «αιρετικούς» χαρακτήρες, επικολλώντας τους την ετικέτα του «αντεθνικού». Αυτή παραγνωρίζει νόμους και περιφρονεί Συντάγματα. Αυτή εκμαυλίζει πολιτικούς νόμιμα εκλεγμένους σε ύπατα αξιώματα, κάνοντάς τους να διολισθαίνουν στον αυταρχισμό και στην αυτοπροσωπολατρία.
Το μοντέλο του εκλεγμένου πλην αυταρχικού ηγεμόνα δεν έχει οπαδούς μόνο στις «υπανάπτυκτες» ηπείρους. Η Ευρώπη αρέσκεται να υποδύεται τον τιμητή και τον δάσκαλο. Μολαταύτα, τα μαύρα ή γκρίζα στίγματα πάνω στον χάρτη της, όσα αφήνουν κυβερνήσεις που εξαλλάσσονται σε καθεστώτα, υποδηλώνουν ότι πρέπει να ξανακαθίσει στα θρανία, σαν μαθήτρια. Σε ένα από τα μαθήματα που πρέπει να παρακολουθήσουν, δασκάλα είναι η κ. Τζασίντα Αρντερν. Η πρόσφατη παραίτηση της πρωθυπουργού της Νέας Ζηλανδίας είναι από τα σπανιότατα περιστατικά άρνησης της εξουσίας, γι’ αυτό και τα διεθνή ΜΜΕ την ανέδειξαν με χαρακτηρισμούς του είδους «πρωτοφανής» και «πρωτάκουστη». Στις αποχαιρετιστήριες δηλώσεις της, η κ. Αρντερν έδωσε την εξήγηση ότι δεν έχει πια άλλη ενέργεια, δεν θα μπορούσε λοιπόν να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αξιώματός της. «Είμαι άνθρωπος», δήλωσε. «Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι. Δίνουμε ό,τι μπορούμε για όσο μπορούμε και μετά έρχεται η ώρα». Απ’ όσα γράφτηκαν, φαίνεται ότι σοβαρό ρόλο έπαιξε το άγριο μπούλινγκ που υφίστατο επί τριετία, πρωτίστως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντιεμβολιαστές και αντικαραντινιστές, οπλολάτρες και οπλουργικές βιομηχανίες, καπνιστές και καπνοβιομηχανίες, περιβαλλοντοφάγοι, μισαλλόδοξοι, ξενοφάγοι και λάτρεις της λευκής χριστιανικής κυριαρχίας, ενοχλημένοι όλοι από την πολιτική της, την πολέμησαν σκαιότατα. Και σεξιστικότατα. Σεξιστική ερμηνεία πρόβαλαν άλλωστε και πολλοί «παντελονάτοι» όπου γης, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, σοσιαλμιντιάδες: «Είναι γυναίκα. Η πολιτική όμως θέλει λεβέντες. Οχι θηλασμούς στο Κοινοβούλιο, και μάλιστα από μια αστεφάνωτη μητέρα». Παρά τις ποσοστώσεις και τις αδάπανα πλούσιες διακηρύξεις κάθε 8 Μαΐου, η παρουσία γυναικών γενικά στην πολιτική και ειδικά σε ηγετική θέση θεωρείται παράδοξη, παράλογη, δυνητικά καταστροφική. «Δεν αντέχουν. Είναι αδύναμες και υπερευαίσθητες. Είναι έρμαια της βιολογίας τους».
Θέλει αρετή για ν’ αρνηθείς τα πρωτεία. Η «αδύναμη» κ. Τζασίντα Αρντερν, λοιπόν, βρήκε τη δύναμη να απαρνηθεί ό,τι πιο ποθητό: την πρωτοκαθεδρία, την ισχύ, την ηγεμονία. Σίγουρα όχι λόγω χριστιανισμού. Μήπως επειδή είναι γυναίκα; Επίσης όχι. Η μέθοδος να ισιώνεις ένα ραβδί λυγίζοντας και το άλλο άκρο του δεν φέρνει πάντα αποτελέσματα. Δεν απέρρευσε από τα χρωμοσώματά της η αίσθησή της πως αυτή τη στιγμή, έπειτα από μια εξουθενωτικά δύσκολη θητεία, υπολείπεται των απαιτήσεων του πρωθυπουργικού ρόλου. Αλλωστε, πρώτος ένας άντρας αρνήθηκε την εξουσία που του πρόσφεραν υπό μορφή τυραννίας: ο Σόλων. Για τον Αθηναίο πολιτικό, όμως, και το παράδειγμά του την επόμενη Κυριακή.

