Βασιλιά δεν έχουμε. Εχουμε όμως αντιβασιλικούς. Αυτοί επιφύλασσαν στον νεκρό την τιμή να τον αφορίζουν μ’ ένα ζήλο που μάλλον θα αιφνιδίαζε ευχάριστα ακόμη και τον ίδιον. Κολακεύει τον εκλιπόντα τόση σπατάλη προεκλογικής ενέργειας για το πρωτόκολλο της ταφής του. Πού να το φανταζόταν εκείνος, που σχόλαζε τόσα χρόνια απαρατήρητος ανάμεσά μας, σαν Βορειοευρωπαίος συνταξιούχος που ήρθε εδώ για να μαζέψει ήλιο στα ύστερά του· πού να το πίστευε ότι ακόμη κάποιοι θα του αναγνώριζαν περιωπή κινδύνου;
Σε μια ώριμη δημοκρατία, παρωχημένη δεν είναι μόνο η βασιλόφρων νοσταλγία. Εξίσου γραφική είναι και η γιακωβινική φούντωση εκείνων που αισθάνονται την ανάγκη να διαδηλώσουν τα δημοκρατικά τους φρονήματα, εκτελώντας φαντασιακούς αποκεφαλισμούς ενός ήδη καρατομημένου σκιάχτρου.
Η δημοκρατία, που μπορεί σήμερα να διασκεδάζει με αυτές τις δίδυμες γραφικότητες, είναι ώριμη όχι επειδή άλλαξε πριν από μισόν αιώνα ο τύπος του πολιτεύματος. Η συνταγματική της επανίδρυση δεν την προστάτευσε από «ανώτατες» ιδιότητες σαν εκείνες που δικαιολόγησαν την εκθρόνιση του εκλιπόντος. Ελαβε και η Αβασίλευτη ενσαρκώσεις αφελούς ή επιτήδειας ανεπάρκειας. Αξιώθηκε και ρυθμιστές με αρρύθμιστες ψυχοπολιτικές παθολογίες.
Αν η δημοκρατία είναι ώριμη, είναι επειδή έχει καταφέρει να μην εξαρτάται από την ατομική επάρκεια κανενός. Ακόμη και στις στιγμές μεγάλων κρίσεων που πέρασε σε αυτά τα πενήντα χρόνια, η επιβίωσή της δεν εξαρτήθηκε, ευτυχώς, από τον ηρωισμό ή το ηγετικό μέταλλο ενός προσώπου. Κρίθηκε συνδυαστικά από τα πολλά ριζώματα που είχε προλάβει να αναπτύξει – από τα κόμματα, τα δικαστήρια, τις ανεξάρτητες Αρχές, τον Τύπο και, βεβαίως, τον δεσμό της με το υπερεθνικό δημοκρατικό σώμα της Ευρώπης.
Γι’ αυτό χρειαζόμαστε τους καλούς θεσμούς: επειδή δεν μπορούμε να υπολογίζουμε πάντα στους καλούς ανθρώπους.
Η ποικιλία των ερεισμάτων που έχει αποκτήσει η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία αντανακλάται και σε ένα άλλο πρόσωπο των ημερών, που αποφάσισε να αποχωρήσει από τη δημόσια ζωή. Επικεφαλής ενός κόμματος που καταστατικά απορρίπτει το «αστικό» πολίτευμα, η Αλέκα Παπαρήγα πολιτεύτηκε ωστόσο σε στιγμές δεινού κλυδωνισμού με θεσμική ψυχραιμία που θα ταίριαζε σε –τρόπος του λέγειν– stateswoman. Η τέως γραμματέας του ΚΚΕ είχε υπερασπιστεί τη δημοκρατική τάξη το 2008, καταδικάζοντας απερίφραστα το κύμα χουλιγκανισμού, όταν άλλοι το εγκωμίαζαν. Υπό τη δική της ηγεσία, πέντε χρόνια αργότερα, το Κόμμα είχε φτάσει να προφυλάξει το «αστικό» Κοινοβούλιο από τις αγανακτισμένες ορδές των προδρόμων του τραμπισμού και του μπολσοναρισμού. Το παράδειγμά της δείχνει ότι το πνεύμα του πολιτεύματος έχει υποδόρια εμποτίσει ακόμη κι εκείνους που δογματικά το αποκηρύσσουν – ενώ το υπηρετούν και απολαμβάνουν τη θαλπωρή του.
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από βασιλόφρονες ή κομμουνιστές· ούτε όμως έχει χρεία σωτήρων. Αυτοί είναι μόνο ρόλοι. Το σανίδι είναι γερό και τους αντέχει.
Αγκαθάκια
Στα Γλυπτά υπήρχε το άλλοθι της ασάφειας. Αφού δεν ξέραμε τι (δεν) έχει συμφωνηθεί· αφού δεν είχε ακόμη βγει η υπουργός Πολιτισμού του Ηνωμένου Βασιλείου για να διαλύσει τη σπερμολογία, μπορούσε στην Αθήνα ο καθένας να διαλέξει ποια σκιά θα κυνηγήσει. Στο άλλο όμως κεφάλαιο που άνοιξε προεκλογικά στον Πολιτισμό, με την παρουσίαση της πρώτης μακέτας του Αρχαιολογικού Μουσείου, ποιο άλλοθι υπήρχε; Ποιος κίνδυνος απώλειας ή έκπτωσης μπορεί να δικαιολογήσει τις εκπυρσοκροτήσεις της μιζέριας εναντίον της μακέτας; Οι συντεχνιακές ενστάσεις είναι κατανοητές, μέσα στην κοινοτοπία τους («γιατί απευθυνθήκατε στους ξένους και δεν εμπιστευτήκατε σε ελληνικά χέρια την ανάπλαση του Εθνικού;»). Η προληπτική κλάψα, όμως, απέναντι σε ένα εγχείρημα που δεν έχει καν παρουσιαστεί, τι άλλο δείχνει παρά την εγγενή φοβία απέναντι σε ό,τι δεν είναι ήδη υποταγμένο στην πολιτική και αισθητική μας ρουτίνα. Οχι στο μετρό. Οχι στα νέα παγκάκια στον Στρέφη. Οχι τώρα στο Μουσείο. Αυτό το ρεύμα της αντίδρασης δεν έχει να κάνει τόσο με ιδεολογία. Οσο με την ψυχολογία του σκαντζόχοιρου, που μόνο σε μια ακανθώδη ακινησία αισθάνεται ασφαλής.
Απ’ όλα
Ούτε με τιμές ούτε χωρίς. Η διαχείριση ξεκίνησε κεντρώα. Και κατέληξε αμφιφιλοβασιλική.

