Μπαίνοντας μέσα στην καινούργια αγορά Μοδιάνο, το πρώτο που πρόσεξα ήταν το φως. Η σκεπαστή αγορά ήταν φωτεινή από το φως του ήλιου που έμπαινε από τα ανοίγματα της οροφής και των εισόδων και τον διακριτικό φωτισμό των καταστημάτων. Το φως δεν έλειπε ούτε τις βραδινές ώρες.
Το δεύτερο ήταν η ομοιομορφία. Τα καταστήματα του ισογείου έχουν τη διακριτή τους ταυτότητα, τα λογότυπα και τα χρώματά τους στο εσωτερικό, αλλά όλα ακολουθούν την αρχιτεκτονική γραμμή του έργου εξωτερικά. Εύκολα το παρατηρεί κανείς στις ταμπέλες των μαγαζιών. Ολες μοιράζονται το ίδιο μέγεθος και αισθητική. Κανείς δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει· να κρεμάει καλώδια, φώτα και επιγραφές μεγαλύτερες από του διπλανού.
Σύμφωνοι, η πατίνα του χρόνου έδινε στην παλιά αγορά ένα γοητευτικό χρώμα, ανακατεμένο όμως με τη φθορά ενός γερασμένου κτιρίου 90 ετών, τα κατεβασμένα στόρια από τα κλειστά καταστήματα, τα σπασμένα τζάμια. Δεν λείπει το παραδοσιακό χρώμα στη Θεσσαλονίκη· η κεντρική αγορά τροφίμων στο Καπάνι είναι δυο βήματα, η πλατεία Αθωνος με τα καταστήματα μπαχαρικών και τους καθεκλοποιούς, λίγο πιο δίπλα.
Υπάρχουν υγιείς δυνάμεις, που ρισκάρουν και δεν φοβούνται να επενδύσουν και βλέπουν τη Θεσσαλονίκη ως μέρος μιας ευρύ- τερης εικόνας.
Τις μέρες των εορτών η νέα Μοδιάνο έμοιαζε να είναι μια μικρή όαση καθαριότητας και τάξης μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ολα κινούνταν γρήγορα αλλά με ρυθμό. Οι επισκέπτες πολλοί, αλλά η «κυκλοφορία» διαχειρίσιμη.
Εξω όμως από αυτή επικρατούσε μια διαφορετική εικόνα. Οι δρόμοι έμοιαζαν ακίνητοι από το μποτιλιάρισμα, τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα σε πολλούς άξονες ήταν ο κανόνας (για παράδειγμα, η λεωφόρος Αγίου Δημητρίου γινόταν μία λωρίδα σε πολλά σημεία), τα μηχανάκια σταθερά πάνω στα πεζοδρόμια, τραπεζοκαθίσματα, σόμπες και τέντες άφηναν έναν στενό διάδρομο για τους πεζούς.
Δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση η διαχείριση της κυκλοφορίας και της στάθμευσης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ούτε και ο έλεγχος των τραπεζοκαθισμάτων χωρίς να υποστεί ο δήμος την γκρίνια των εμπόρων. Την ίδια ώρα όμως, σημεία του κέντρου έχουν μετατραπεί σε «παιδική χαρά» για καφέδες, κοκτέιλ και φαγητό με καταστήματα που ανοίγουν και κλείνουν το ένα πίσω από το άλλο αλλάζοντας γειτονιές. Δεν είναι βιώσιμο αυτό το μοντέλο που σήμερα επεκτείνεται προς τις παρυφές του κέντρου, στα δυτικά της πόλης (η πλατεία Δώδεκα Αποστόλων γίνεται νέο στέκι), αλλά η εικόνα παραμένει ίδια τα τελευταία χρόνια και όχι μόνο στις γιορτές.
Φίλοι και επαγγελματίες της Θεσσαλονίκης μιλούν συχνά για το χαμηλό «ταβάνι» και την εσωστρέφεια της πόλης. Υπάρχουν όμως και οι υγιείς δυνάμεις που ρισκάρουν και δεν φοβούνται να επενδύσουν και βλέπουν τη Θεσσαλονίκη ως μέρος μιας ευρύτερης εικόνας που μέσα της κρύβει ένα παρελθόν –μικρασιατικό, οθωμανικό, εβραϊκό– αλλά και ένα μέλλον που δεν περιορίζεται ανάμεσα στην Αγγελάκη και στη Βενιζέλου. Αυτές οι δυνάμεις δημιουργούν από νέα ξενοδοχεία μέχρι επιχειρήσεις τεχνολογίας και το μόνο που θέλουν είναι το κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθούν. Ενα περιβάλλον τύπου Μοδιάνο.

