Η Κλειώ, λέγαμε εδώ την περασμένη Κυριακή, δεν δέχεται «συγγνώμες». Οι άνθρωποι όμως, άτομα και έθνη, εξανθρωπίζονται και εκπολιτίζονται από το αίσθημα της ντροπής, όταν αμαρτάνουν και αδικούν· από την ανάληψη ευθύνης και την αίτηση συγγνώμης, αν είναι πηγαία και ειλικρινής. Η μούσα της Ιστορίας βέβαια έχει την πικρή πείρα χιλιετιών πως «ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει». Γνωρίζει επίσης, αν και λογία, τον λαϊκό ισχυρισμό «από τότε που βγήκε η συγγνώμη χάθηκε το φιλότιμο», και παρότι τον μετράει με κριτική διάθεση, δεν μηδενίζει τη σημασία του. Τον αποδέχεται μάλιστα στην απόλυτη τιμή του, όταν οι «συγγνώμες» παίρνουν πανηγυρικό χαρακτήρα και φοράνε λαμπρές στολές για να κρύψουν τη χυδαία υποκρισία τους, τον θεατρινίστικο κυνισμό τους.
Να, όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια με το επίσημο Βέλγιο, βασιλικό και πρωθυπουργικό, που τάχα αίρεται στο ύψος των «μετααποικιακών» περιστάσεων και ζητάει από τους Κονγκολέζους συγγνώμη για όσα κτηνώδη διέπραξαν εις βάρος τους οι αποικιοκράτες Λεοπόλδοι. Κάποια μερίδα των πολιτών του Βελγίου μπορεί να μην περηφανεύεται ή και να ντρέπεται για το «ένδοξο» παρελθόν του τόπου τους, δεν είναι ωστόσο μεγαλύτερη από τη μερίδα των Ολλανδών, των Αγγλων, των Γάλλων, των Γερμανών, των Αμερικανών, των Ρώσων κ.ο.κ. που ντρέπονται για το μεγαλείο των αυτοκρατοριών τους. Και πάντως το επίσημο Βέλγιο –τα επίσημα Βέλγια κάθε εποχής και ηπείρου– έχει χαλαρότατες σχέσεις με τον πολιτισμό της ντροπής, δηλαδή της ευθύνης. Καμία «μεγάλη δύναμη» του παρελθόντος, όσο μικρή κι αν απόγινε, πολύ δε περισσότερο αν περιέσωσε τη «μεγαλοσύνη» της, δεν ντράπηκε, δεν ντρέπεται και δεν θα ντραπεί ποτέ. Τέτοια πολυτελή αισθήματα και αντιπαραγωγικά χρέη δεν έχεις λόγους να τα φορτωθείς.
Επιμένω στο Βέλγιο επειδή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας «αναψηλάφησης» που αποφεύγει να αναμετρηθεί με τον τύπον των ήλων, και ενός «αναστοχασμού» τόσο ειλικρινούς και ουσιώδους όσο κι εκείνος που συντάσσει τις «αυτοκριτικές» δηλώσεις των πολιτικών μας: «Ναι, κάναμε και κάποια λάθη, άνθρωποι είμαστε». Κουβέντα να γίνεται.
Το δόντι του Λουμούμπα, του Κονγκολέζου επαναστάτη, είναι ένα τεκμήριο της βαρβαρότητας των πεπολιτισμένων, εν προκειμένω των Βέλγων.
Λίγα στοιχεία, δάνειο από το κείμενο του Σπύρου Στάβερη «Το δόντι του Πατρίς Λουμούμπα» (Lifo, 17.6.2022), που με τη σειρά του αντλεί από γραπτό του Marco van Hees (Solidaire, 28.6.2021): «Το 1999, ο γνωστός ιστορικός και συγγραφέας Ludo De Witte εξέδωσε ένα βιβλίο για τη δολοφονία του Λουμούμπα. Το βελγικό Κοινοβούλιο αναγκάστηκε να συστήσει μία κοινοβουλευτική ερευνητική επιτροπή. Μετά ένα χρόνο, η επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “ορισμένα μέλη της βελγικής κυβέρνησης και άλλοι βελγικοί παράγοντες έχουν ηθική ευθύνη για τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατο του Λουμούμπα”. Κανένα όνομα δεν αναφέρεται και γίνεται λόγος μόνο για “ηθική”, και όχι ποινική ευθύνη. Το 2011, η οικογένεια Λουμούμπα κατέθεσε μήνυση για συνέργεια στη δολοφονία εναντίον 12 ατόμων, τα οποία […] ανήκαν σε διάφορες διοικητικές υπηρεσίες. Τα άτομα αυτά κατηγορούνται ότι συμμετείχαν σε “μια τεράστια συνωμοσία με στόχο την πολιτική και φυσική εξόντωση του Πατρίς Λουμούμπα”. Η έρευνα αυτή συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Δύο από τους 12 κατηγορουμένους είναι ακόμη εν ζωή. Ενας από αυτούς είναι ο Etienne Davignon. Διπλωμάτης, πολιτικός και πλούσιος επιχειρηματίας ο Davignon, έζησε από πρώτο χέρι τη διαδικασία της ανεξαρτησίας του Κονγκό στις αρχές της διπλωματικής του καριέρας. Ακόμη και σήμερα, παραμένει ένθερμος υποστηρικτής της αποικιοκρατίας. “Αν το δούμε συνολικά, δεν έχουμε λόγο να αισθανόμαστε άσχημα γι’ αυτό”, δήλωσε στη Standaard τον Απρίλιο του 2010. “Εβγαλαν χρήματα οι Βέλγοι όταν ήταν στο Κονγκό; Ναι. Αλλά μήπως οι Βέλγοι το παράκαναν; Δεν το νομίζω”. Γι’ αυτόν, δεν τίθεται θέμα συγγνώμης: “Δεν μπορείς να ζητάς από τη σημερινή γενιά να απολογηθεί για αποφάσεις που ελήφθησαν πριν από εξήντα ή εβδομήντα χρόνια. Στη Ρουάντα, η συγγνώμη ήταν επιβεβλημένη, αλλά στο Κονγκό θα ήταν εντελώς υπερβολική”». Ηθικό δίδαγμα; «Μην υπερβάλλουμε κιόλας». Αυτό είναι άλλωστε το δόγμα-οδηγός των βελγικών κυβερνήσεων.
Το δόντι του Πατρίς Εμερί Λουμούμπα, του Κονγκολέζου επαναστάτη που νίκησε στις εκλογές τον Ιούνιο του 1960 αλλά κυβέρνησε μόνο για δυόμισι μήνες, έως το πραξικόπημα του Μομπούτου στις 16.9, είναι ένα τεκμήριο της βαρβαρότητας των πεπολιτισμένων. Δεν λατρεύεται, όπως λατρεύεται το θρυλούμενο δόντι του Βούδα, που φυλάσσεται σε ναό ειδικά αφιερωμένο σ’ αυτό, στην καρδιά της Σρι Λάνκα. Είναι όμως μια συγκλονιστικά σαφής μαρτυρία. Οι Βέλγοι και οι προστατευόμενοί τους πραξικοπηματίες αποφάσισαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος του Λουμούμπα και δύο επίσης δολοφονημένων στενών συνεργατών του και τον Γενάρη του 1961 ανέθεσαν τη δουλειά σ’ έναν αστυνομικό από την Μπριζ. Η ανατριχιαστική ανάμνηση του μακελάρη Gérard Soete, πάντα από τo μπλογκ του Στάβερη: «Εκοψα το σώμα του Λουμούμπα και το διέλυσα σε οξύ. Στη μέση της αφρικανικής νύχτας, χρειάστηκε να μεθύσουμε για να πάρουμε θάρρος. Ξεχωρίσαμε τα πτώματα. Το πιο δύσκολο ήταν να τα κόψω με σιδηροπρίονο και να τα περιλούσω με οξύ. Δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα, μόνο μερικά δόντια. Και η μυρωδιά! Πλύθηκα τρεις φορές και εξακολουθούσα να αισθάνομαι βρώμικος σαν βάρβαρος». Με καθαρή ωστόσο τη συνείδησή του, αφού «υπηρετούσε την πατρίδα του», κράτησε σαν κυνηγετικό τρόπαιο δύο δόντια του Λουμούμπα, σαν να ‘χε σκοτώσει τετράποδο, και τη βέρα του. Το ένα δόντι το παρέδωσε φέτος στην οικογένεια Λουμούμπα η βελγική κυβέρνηση. Που σκηνοθέτησε και τελετή «συγγνώμης».
Επίσης στη διάρκεια του 2022, ακούσαμε τον πάπα Φραγκίσκο να ζητάει συγγνώμη για τα εγκλήματα της Καθολικής Εκκλησίας κατά των αυτοχθόνων του Καναδά, τεκμήριο των οποίων είναι οι ομαδικοί τάφοι με τα λείψανα χιλιάδων παιδιών. Πάλι ο Φραγκίσκος, Δεκέμβριο του 2015, είχε ζητήσει συγγνώμη για τις σχεδόν εθιμικές αμαρτίες των καθολικών ιερωμένων εις βάρος παιδιών, με συνηθέστερη τον βιασμό. Και λέω σχεδόν εθιμικές γιατί επτά χρόνια αργότερα, Φλεβάρη του 2022, ζήτησε συγγνώμη για τα ίδια εγκλήματα ο Βενέδικτος ο ΙΣΤ΄, ως επίτιμος πάπας. Τον Δεκέμβριο του 2021 ο Φραγκίσκος ζήτησε τη συγγνώμη του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για «πράξεις και επιλογές που είχαν ως επίκεντρο τη δίψα για κέρδος και ισχύ».
Συγγνώμες που δεν ζητήθηκαν και δεν θα ζητηθούν ποτέ; Των Αμερικανών από τους Ιάπωνες για τις ατομικές βόμβες. Τον Μάιο του 2016 ο Μπαράκ Ομπάμα κατέθεσε στεφάνι στη Χιροσίμα, όντας ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που την επισκέφθηκε. Αλλά συγγνώμη δεν ζήτησε. Και φυσικά των Ρώσων από τους Ουκρανούς για το Γολοντομόρ, τον Μεγάλο Λιμό της διετίας 1932-1933, που απλώς «δεν συνέβη, είναι προπαγάνδα». Ποιος ξέρει. Ισως η Κλειώ αποφαινόταν πως η άρνηση, η πεισματική μη ανάληψη ευθύνης, είναι τιμιότερη από την υποκρισία.

