Η Κλειώ δεν δέχεται «συγγνώμες»

5' 1" χρόνος ανάγνωσης

Ενα ποτάμι η Ιστορία. Το ξέρουμε. Τα χρονολογικά ορόσημα και μεγέθη που επινοούμε για να συνεννογιόμαστε, προσδιορίζοντας αφετηρίες και διαστήματα, άλλοτε αυθαίρετα και άλλοτε αστρονομικώς συμμορφωμένα, έτη, αιώνες, χιλιετίες, Ολυμπιάδες, Κτίσεις Κόσμου, ιδρύσεις πόλεων, γεννήσεις θεών, Εγίρες, δεν ανακόπτουν την αδυσώπητη ορμή της. Δεν τη γλυκαίνουν και δεν την ειρηνεύουν. Αν είχε πρόσωπο η Ιστορία, ας πούμε της Κλειώς, της μούσας της, θα διχαζόταν ανάμεσα στην απόλυτη αδιαφορία και στον ανελέητο σαρκασμό.

Να μπούμε δύο φορές στο ίδιο σημείο του ακάθεκτου χρονοποταμού δεν γίνεται. Ούτε να γυρίσουμε πίσω, να ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή, σωστά τώρα, με πιο δίκαιο μυαλό και γερά σωσίβια. Αλλωστε είμαστε μέσα στον ποταμό, αθύρματά του. Μας παρασέρνει προς τις εκβολές τού τίποτε, «ανώνυμους» και «επώνυμους», «μεγάλους» και «μικρούς». Κι όχι σαν «λιθάρια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα» παρά σαν ασήμαντες πετρούλες ή τσακισμένα ξυλαράκια. Αναγκαστική η διαιώνια ψευδαίσθηση, και ενίοτε λυτρωτική, επιμένει ότι στεκόμαστε στις όχθες του ποταμού, αυτεξούσιοι παρατηρητές του, αν όχι αδιάβροχοι ανακατασκευαστές της κοίτης του και ρυθμιστές της ροής του. Η δεύτερη, δίδυμη ψευδαίσθηση βγάζει αναιδώς τη γλώσσα της στον Ηράκλειτο και πρεσβεύει ότι φυσικά και μπορούμε να πάμε πίσω με τη χρονομηχανή μας, να βρούμε πού λαθέψαμε. Και, αν όχι να ξαναγράψουμε τις ήδη γραμμένες σελίδες, τουλάχιστον να ζητήσουμε συγγνώμη απ’ όσους αδικήσαμε, «με μεγαλείο ψυχής», όπως θα πουν οι εντεταλμένοι κόλακές μας. Και σαν παλίμψηστο να τη δούμε όμως την Ιστορία, η πρώτη γραφή δεν χάνεται ποτέ, όσες νέες κι αν πέσουν πάνω της, εξηγητικές, διορθωτικές ή ανασκευαστικές. Και το πρώτο χρώμα δεν αλλάζει. Αν είναι το μαύρο του θανάτου ή το κόκκινο του αίματος –και τέτοιο χρώμα έχουν συνήθως τα νερά του ποταμού–, δεν μπορεί να γίνει ρόδινο, φωτεινό, ευχάριστο.

Αυτό σημαίνει ότι, όσον αφορά την Ιστορία, η αναδρομική «συγγνώμη» για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, και ειλικρινής να είναι, που σπανιότατα είναι, αφού συνήθως την υπαγορεύει ο συμφεροντολογικός φαρισαϊσμός ή η πονηρή διπλωματική «ορθότητα», το μόνο που κατορθώνει είναι να κόψει το πρόσωπο της Κλειώς στη μέση: στο ένα της μισό, ο πάγος της αδιαφορίας· στο άλλο η σκληρή ειρωνεία. Κατά κάποιον τρόπο επαληθεύεται εδώ η φράση του Ανδρέα Εμπειρίκου στην «Υψικάμινο»: «O ειρμός του ποταμού διεκόπη. H συνοχή όμως του τοπείου είταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε». Το ηθικό τοπίο, έτσι όπως το συνθέτουν οι πάγιες «αρχές» και «αξίες» όσων κρατούν σκήπτρο, μένει ασάλευτο· και το ποτάμι μόνο φαινομενικά σταματάει. Ισα για να προλάβουν να νίψουν τα χείρας τους όσοι κατάγονται από τον πολύτεκνο Πόντιο Πιλάτο. Ωστε λοιπόν για κανένα «μεγαλείο ψυχής», ατομικής ή εθνικής, δεν δικαιούται να καυχηθεί ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μαρκ Ρούτε που, μιλώντας στις 19.12 σε απογόνους σκλάβων, ζήτησε συγγνώμη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της χώρας του στο δουλεμπόριο. Μέχρι τώρα, ο Ρούτε αρνιόταν πεισματικά να αποδεχτεί πως η αυτοκρατορία των προγόνων του θεμελιώθηκε στη βαρβαρότητα και δεν έδειχνε καμιά απολογητική προθυμία. «Μια συγγνώμη θα πόλωνε την κοινωνία», ιδού το πρόσχημά του. Το διεθνές κίνημα μετά τη δολοφονία του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ, το «Black Lives Matter» δηλαδή στις ποικίλες επιμέρους μορφές του, υποχρέωσε πολλούς να αναδιπλωθούν – ή να υποκριθούν ότι αναδιπλώνονται, μετανιώνουν, κατανοούν, απολογούνται. Απόγονοι σκλάβων και εκπρόσωποι των πρώην ολλανδικών αποικιών αξίωναν να ζητήσει συγγνώμη η Ολλανδία διά στόματος του βασιλιά της, του Βίλεμ-Αλεξάντερ, και μάλιστα την 1η Ιουλίου 2023, στο Σουρινάμ. Τη μέρα που θα συμπληρωθούν 150 χρόνια από το τέλος της δουλείας στη χώρα αυτή. Αλλά ο Ρούτε έσπευσε να βάλει αυτός στην κεφαλή του τις πλαστικές δάφνες της «ιστορικής υπευθυνότητας» και της «γενναίας αναγνώρισης» του εγκλήματος των Ολλανδών αποικιοκρατών.

Μέχρι τώρα, ο Ρούτε αρνιόταν πεισματικά να αποδεχθεί πως η αυτοκρατορία των προγόνων του θεμελιώθηκε στη βαρβαρότητα.

Εως το 1863, και στη διάρκεια δυόμισι αιώνων, οι Ολλανδοί απήγαγαν περίπου 600.000 ανθρώπους από τη Βραζιλία, την Καραϊβική και την Αφρική, για να τους χρησιμοποιήσουν στις αποικιακές φυτείες σαν δούλους, όντα άψυχα και απολίτιστα, ανίκανα, εκτός των άλλων, να αρθούν στο πνευματικό ύψος του χριστιανισμού. Στην ακμή της ολλανδικής αυτοκρατορίας, τη δεκαετία του 1770, η δουλεία αντιπροσώπευε το 10% του ΑΕΠ της Ολλανδίας. Τώρα πάντως η ολλανδική κυβέρνηση, πάντα καλή μαθήτρια των γερμανικών κυβερνήσεων, αποκλείει το ενδεχόμενο αποζημιώσεων. Η γενναιοδωρία της εξαντλήθηκε με την ανακοίνωση ότι θα δημιουργηθεί «εκπαιδευτικό ταμείο», που θα έχει στη διάθεσή του θηριώδη κονδύλια ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ. Σπολλάτη της; Μάλλον δεν θα συμφωνούσαν οι απόγονοι των σκλάβων στις εφτά πρώην αποικίες. «Στο ταγκό χρειάζονται δύο», δήλωσε ο Ρόι Καϊκούσι Γκρένμπεργκ, εκ μέρους της αφροσουριναμέζικης οργάνωσης «Honor and Recovery Foundation», αρνούμενος την επίσημη συγγνώμη. Σαφής η εξήγησή του: «Η κυβέρνηση χειρίζεται το θέμα με τρόπο που δίνει την εντύπωση ενός νεοαποικιακού ρεψίματος». Ο ανάγωγος…

Αλλη αργοπορημένη «απολογία»; Στις 30.6.2020, και για να «τιμήσει» τα εξηκοστά γενέθλια ανεξαρτησίας του κάποτε Βελγικού Κονγκό, ο βασιλιάς του Βελγίου Φίλιππος ζήτησε συγγνώμη για τα τερατώδη εγκλήματα του Λεοπόλδου Β΄, ένα πρώιμο Ολοκαύτωμα, εις βάρος των υπηκόων μιας χώρας που ήταν ιδιοκτησία του σχεδόν επί ένα τέταρτο του αιώνα: 1885-1908. Περίπου 10.000.000 Κονγκολέζοι πέθαναν τα χρόνια αυτά, κυρίως στα καταναγκαστικά έργα παραγωγής καουτσούκ, που πλούτιζαν τον απόλυτο μονάρχη. Οι θηριωδίες του, εντούτοις, δεν εμπόδισαν κάμποσους συμπατριώτες του να τον επαινέσουν που «εκσυγχρόνισε» το Κονγκό, κι ας χαρακτηρίστηκαν, πρώτες αυτές, το 1890, «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», από τον Αφροαμερικανό πολιτικό και στρατιωτικό Τζορτζ Ουάσινγκτον Ουίλιαμς. Εγινε μάρτυρας της κτηνωδίας ο Ουίλιαμς, επισκεπτόμενος το Κονγκό, και η ανοιχτή καταγγελτική επιστολή του προς τον Βέλγο πρόδρομο του Χίτλερ πυροδότησε τη δημιουργία ενός κινήματος διαμαρτυρίας, με το οποίο συντάχθηκαν ο Μαρκ Τουέιν και ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ.

Και όμως. Ο Λεοπόλδος συνέχισε να εκμεταλλεύεται μέχρι θανάτου τους δούλους του για άλλα δεκατρία χρόνια. Η ανάπτυξη της πεπολιτισμένης Δύσης, που ποτέ δεν ξεχνάει να τιμήσει το φιλάλληλο πνεύμα των Χριστουγέννων, απαιτούσε καουτσούκ. Ο ηθικός συγκλονισμός, η παρωδία του δηλαδή, μπορούσε να περιμένει έναν-ενάμιση αιώνα. Ωσπου, μετά το μιλένιουμ, να γίνει κάπως του συρμού η ανώδυνη αναδρομική «συγγνώμη». Αλλωστε, όπως θα δούμε την επόμενη Κυριακή, το Βέλγιο ουδέποτε έπαψε να εγκληματεί στο Κονγκό και να ζητάει κατόπιν να το συγχωρέσουν οι απόγονοι των θυμάτων του. Οπως τα παιδιά του Πατρίς Λουμούμπα, που δολοφονήθηκε το 1960 από Βέλγους μισθοφόρους.

Μολαταύτα, καλά Χριστούγεννα σε όλους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT