Οι δημοσιογράφοι του Τύπου τρέφουν μια αυτοκολακευτική προκατάληψη εις βάρος των ομοτέχνων τους που εργάζονται στα ηλεκτρονικά Μέσα: Εκείνοι, λένε, δεν ξέρουν να γράφουν. Ο Γιάννης Διακογιάννης είχε διαψεύσει την προκατάληψη προτού εκείνη διαμορφωθεί. Ηταν ταυτόχρονα ένα τέρας του προφορικού πολιτισμού που τρεφόταν με τόνους γραπτού λόγου – βιβλιοφάγος, αλλά κυρίως εφημεριδοφάγος, πολύγλωσσος και αενάως περίεργος για τα πάντα. Αρχέγονος εφημεριδάς και ταυτόχρονα ιδρυτική μορφή της ελληνικής τηλεόρασης.
Σταδιοδρόμησε βέβαια σε μια εποχή που αυτή η οικουμενικότητα του βλέμματος ήταν ακόμη εφικτή – εποχή στην οποία ακόμη μπορούσες να βυθιστείς σε πολλά πεδία, χωρίς τον περισπασμό του αστραπιαίου ερεθίσματος να κουδουνίζει κάθε δευτερόλεπτο στην οθόνη σου. Και στόλιζε με αυτόν τον γνωστικό του πλούτο για τον εξωγηπεδικό κόσμο τις περιγραφές των αγώνων. Χωρίς να κάνει τον έξυπνο, καπελώνοντας με πληροφοριακά σπαράγματα από τη Wikipedia το ποδοσφαιρικό θέαμα, άφηνε από τις παύσεις της αγωνιστικής δράσης να περάσει η έξω ζωή – η πολιτική και ο πολιτισμός που πάντα διαβρέχουν τη «θρησκεία» που και ο ίδιος διακονούσε.
Δίνοντας φωνή στη μουσική επί χόρτου.
Οχι, ο Διακογιάννης δεν ήταν (μόνο) αθλητικογράφος. Αλλά ποιος μπορεί να μιμηθεί το υπόδειγμά του στην τηλε-αθλητικογραφία – στον λόγο υψηλής ευκρίνειας πριν από τις οθόνες υψηλής ευκρίνειας; Η μουσικότητα των Eλληνικών του συντονιζόταν με τη δράση επί του χόρτου με τέτοια ακρίβεια, που καμιά φορά νόμιζες ότι ενορχήστρωνε εκείνος τα τεκταινόμενα, αντί να τα περιγράφει. Αν το ματς ήταν πεντάγραμμο, ο Διακογιάννης, με τον απόλυτο έλεγχο των συλλαβών και των επιφωνημάτων του, ήταν ο σολίστας που το εκτελούσε. «Κοιτάξτε!», έλεγε στον θεατή του – και τεντωνόσουν εκείνη τη στιγμή για να μυηθείς σε κάτι αξιομνημόνευτο που δεν επιτρεπόταν να σου διαφύγει. Κι όταν το ματς έκανε κοιλιά, το αντηχούσε με τον τόνο του αργομίλητου παραμυθά, σερβίροντας τα σχόλιά του με ένα ρητορικό «ε;» στο τέλος. Το «ε;» της αβεβαιότητας του καλλιεργημένου παρατηρητή που είναι διαρκώς διαθέσιμος να ακούσει και ο ίδιος το ακροατήριό του.
Αυτός ο ευρυμαθής, αβρός κοσμοπολίτης, θα άξιζε περισσότερο να μνημονεύεται ως κριτικός. Κριτικός του πιο δημοφιλούς θεάματος στον κόσμο, που είχε τα εφόδια να ερμηνεύει «ζωντανά» τη σκηνική δράση.
Για τους συναδέλφους του ήταν κι ένα υπόδειγμα ανθρώπινης ποιότητας. Σε αντίθεση με άλλους συνομηλίκους του, δεν έπεσε ποτέ σε γεροντική γκρίνια για το παρόν. Δεν τον άκουγες ποτέ να λέει «αχ, τότε εφημερίδες»· «αχ, θα τρίζουν τα κόκαλα του Καραπαναγιώτη»· «αχ, αν ζούσε σήμερα η Βλάχου». Δεν είχε ανάγκη αυτά τα κλισέ. Γιατί είχε μέχρι το τέλος τη δίψα να ρωτάει – να κρίνει περιπαικτικά, αλλά κυρίως να εμψυχώνει όσους έκαναν τη δουλειά στην οποία είχε αφιερώσει τη ζωή του. Στο τηλέφωνο, ή τυχαία στο πεζοδρόμιο στο Παγκράτι, η φράση του τελείωνε με αυτό το φωνήεν της αιώνιας νεότητας ενός καθαρού μυαλού: «Ε;».

