Χρειάζεται, βέβαια, πίστη. Αλλά η πίστη, όσο δυνατή κι αν είναι, δεν φύεται αφ’ εαυτής. Απαιτεί και τη διαμεσολάβηση ενός κηπουρού των ψυχών. Απαιτεί ανθρώπινο χάρισμα.
Ο ιερέας του Λυκαβηττού που μεγαλούργησε επικαλούμενος τις θαυματουργές ιδιότητες ενός ξύλου δεν μπορεί να είναι μόνο όπως τον περιγράφει ο όψιμος αφορισμός του. Αν το «εμπόριο πίστης» ήταν εύκολο, θα είχαν πολλοί τη δική του επιτυχία. Εκείνος όμως φαίνεται, ακόμη και στον μακρινό παρατηρητή, ότι έχει την κατάλληλη έφεση στο μάρκετινγκ, ώστε να αποκτήσει ποίμνιο όχι μόνο μαζικό, αλλά και εκλεκτό – στην καρδιά της μητρόπολης. Στο κέντρο της σκηνής.
Οσοι τον σκιαγραφούν ως κοινότοπο και λαϊκό παπά, χωρίς βάθος στα κηρύγματά του, δεν τον μειώνουν. Ισως εξηγούν ακουσίως την απήχησή του. Το κοινό του δεν ζητάει θεολογική εμβρίθεια. Είναι ένα κοινό που κατέχεται από όλα τα είδη της μεταφυσικής δίψας: Και από την παλιά προσμονή για το θεόπεμπτο σημάδι – για το ουρανόθεν πατρικό χάδι. Και από τις μετανεωτερικές δοξασίες, που εναλλάσσουν τον ιδεολογικοποιημένο βιγκανισμό και τα μάντρα αυτοβελτίωσης με μια ανιμιστική παραφθορά της Ορθοδοξίας.
Ισως αυτή η δημογραφική σύνθεση της πελατείας –που εκτεινόταν στην αστική περίμετρο του Λυκαβηττού– να δικαιολογεί και τη δραστική παρέμβαση της ιεραρχίας. Η Εκκλησία κατηγορείται ως αρτηριοσκληρωτικός οργανισμός. Οταν όμως διακυβεύεται η εσωτερική της τάξη και το ποιμαντικό της μονοπώλιο, μπορεί αμέσως να λειτουργήσει με εφηβική σβελτάδα – με αντανακλαστικά εφάμιλλα της αγοράς. Μπορεί να οπλίζει τους αρχαϊκούς της κανόνες με κοφτερό ορθολογισμό.
Προσφορά και ζήτηση στον ελεύθερο ανταγωνισμό των φρονημάτων.
Η αποπομπή του θαυματοποιού, ακόμη κι αν εξουδετερώσει μια εσωτερική εστία απείθειας στην Εκκλησία, δεν θα λύσει το πρόβλημα. Δεν θα κορέσει τη δίψα. Η πελατεία θα μείνει. Η ποικιλία της διαψεύδει και όσους αγανακτούν με τέτοια φαινόμενα. «Είμαστε Ιράν», λένε – σαν μην είχαν αρχίσει και στο ίδιο το Ιράν να ραγίζουν οι μεσαιωνικές κλειδαριές.
Ούτε στο Ιράν ούτε στο Αφγανιστάν συναντά κανείς τόσο μεγάλη γκάμα παραμυθίας από το επέκεινα και τόση εκζήτηση στην προσφορά. Ούτε οι μουλάδες ούτε οι ταλιμπάν έχουν ανάγκη από στρατηγικές γοητείας, σαν αυτές που χρειάζεται να αναπτύξουν οι αντιπρόσωποι των παλαιών πίστεων για να επιζήσουν σε καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού φρονημάτων.
Το ποσοστό της κοινωνίας που έλκεται από τέτοιες επαγγελίες, σαν αυτή του Λυκαβηττού, δεν είναι ούτε πολύ μεγαλύτερο ούτε πολύ μικρότερο απ’ ό,τι αλλού στη Δύση – από ό,τι στην Καθολική Ιταλία ή στην πλουραλιστική, αλλά βαθιά θρησκευόμενη, Αμερική.
Αν ο παπα-Δημήτρης ήταν ευαγγελιστής στην Αλαμπάμα, δεν θα μπορούσε να τον μαζέψει κανείς.

