Εσύ μπορεί να θέλεις. Αλλά η πρόθεση δεν αρκεί για να συνομιλήσεις με ένα ασύντακτο κράτος. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρεις ποιον να πάρεις τηλέφωνο. Το πρόβλημα είναι ότι τα τηλέφωνα είναι πολλά – και ακόμη περισσότερα τα χέρια που διαγκωνίζονται για να τα σηκώσουν.
Στη σχέση της με τη Λιβύη, η Ελλάδα χρειάστηκε τα τελευταία χρόνια πολλές φορές να δοκιμάσει τα βήματά της στην γκρίζα ζώνη του ανορθολογισμού. Εμφανίζονταν ως συνομιλητές της φιγούρες του προνεωτερικού κόσμου – περισσότερο επίδοξοι φύλαρχοι, με ένοπλα διαπιστευτήρια, παρά κανονικοί εκπρόσωποι λειτουργικής πολιτείας με νόμιμη εξουσιοδότηση. Το ίδιο, όμως, έκαναν και οι ανταγωνιστές της Ελλάδας, με πιο άγρια μέσα: Μπάζωσαν το χάος της λιβυκής αναρχίας με de facto επιρροή – με τη σαγήνη των όπλων και του χρήματος.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτοί οι δύο κόσμοι συναντήθηκαν –ή, σωστότερα, παρ’ ολίγον συναντήθηκαν– στην Τρίπολη. Από τη μία ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας – κομιστής της αυτονόητης θέσης ότι το αμοιβαίο συμφέρον υπαγορεύει να συνομιλούν μεταξύ τους οι δύο γείτονες, προτού αρχίσουν να παζαρεύουν με τρίτους, στην άκρη της Μεσογείου. Και από την άλλη, η Νάιλα Μανγκούς, φερόμενη ως υπουργός Εξωτερικών της Λιβύης, η οποία καραδοκούσε στην πρωτεύουσα για να αποσπάσει από τον Δένδια μια δήθεν νομιμοποιητική χειραψία.
Η προσπάθεια να συνομιλήσεις με ένα κράτος σε αποσύνθεση.
Θα είχε άραγε τέτοια «μαγική» ισχύ η υποδοχή που ματαιώθηκε με ελληνική πρωτοβουλία; Θα έπρεπε όντως να επιτρέπουμε στους συμβολισμούς να αποκτούν την ασύμμετρη σημασία που επιθυμεί να τους προσδώσει ο δόλος των άλλων;
Η απόφαση να μη δοκιμαστεί επιτόπου η διαχείριση των συμβολισμών –αλλά να υπηρετηθεί, διά της φυγής, το εθνικό γόητρο– απομακρύνει τον στρατηγικό στόχο που έχει καταστρώσει η Ελλάδα. («Εμείς θέλουμε να κάνουμε ένα άνοιγμα στη Λιβύη συνολικά, για να μπορέσουμε επιτέλους να οριοθετήσουμε θαλάσσιες ζώνες», έλεγε στην πρόσφατη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός.)
Η συνάρτηση αυτού του στόχου με την έκβαση των εμφύλιων φατριασμών στη Λιβύη ισοδυναμεί με εξάρτηση από τη βούληση των άλλων – όχι μόνο των αντιμαχόμενων, αλλά και του μαριονετίστα που τους υποδαυλίζει με τρόπο πολύ πιο δραστικό απ’ ό,τι θα μπορούσε η Ελλάδα.
Η αλγεινή υποσημείωση στο επεισόδιο της Τρίπολης είναι η προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να το παρουσιάσει σαν απότοκο ενδοκυβερνητικής διένεξης. Η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «αντιθέσεις» και «απουσία συντονισμού» μεταξύ πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών. Αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της Κουμουνδούρου, η χώρα θα είχε γυρίσει (ακριβώς) τριάντα χρόνια πίσω. Θα είχε επιστρέψει στην εποχή που η εξωτερική πολιτική είχε φτάσει να είναι εξαγωγή εσωτερικής πολιτικής. Η Ιστορία θα επαναλαμβανόταν ως ιλαροτραγωδία.

