Αυτή ήταν η σειρά. Ο υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας, ενώ ακόμη η χώρα του δεν είχε συνέλθει από το σοκ της τρομοκρατικής επίθεσης, ενοχοποιούσε την Ελλάδα ως καταφύγιο των αυτουργών, δείχνοντας πόσο ζωντανό είναι το σενάριο μιας προβοκάτσιας. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα είχε μια μέρα πριν ανακοινώσει στον πρεσβευτή της Γαλλίας την πρόθεσή του να αναθεωρήσει τις αμυντικές συμφωνίες που έχει υπογράψει η χώρα. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κατηγόρησε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι παίζει το παιχνίδι των εμπόρων όπλων και του Ερντογάν. Και, για το κερασάκι στην τοξική τούρτα, ο τομεάρχης Εξωτερικών της αντιπολίτευσης υιοθέτησε γραπτώς την κατηγορία ότι ο πρωθυπουργός παρακολουθούσε τον υπουργό Εξωτερικών.
Τι δείχνει αυτή η ακολουθία; Πολύ προτού μπει στην προβλεφθείσα περίοδο αστάθειας μεταξύ εκλογών· προτού περιπέσει στην αντικειμενική αδυναμία της υπηρεσιακής –μη– κυβέρνησης, το πολιτικό σύστημα προκαλεί μόνο του τον ίλιγγό του.
Στο ηλεκτρισμένο κλίμα των ημερών, οι βολές ακούγονται αναμενόμενες – business as usual. Είναι στο ρεπερτόριο του ΣΥΡΙΖΑ να παιανίζει «επαναδιαπραγματεύσεις». Είναι στη φαρέτρα της κυβέρνησης να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από το δόκανο που η ίδια έστησε στον εαυτό της, στιγματίζοντας τον Τσίπρα σαν «εκλεκτό του Ερντογάν». Είναι μέσα στα προεκλογικά μας ήθη να προτιμάται η υποδαύλιση εσωκομματικού προβλήματος στον αντίπαλο –όπως το επιχείρησε ο Κατρούγκαλος– από τις παρενέργειες που αυτό μπορεί να έχει στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας.
Τορπιλίζοντας αμοιβαία την εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Τα ίδια είχαμε περάσει και στις Πρέσπες. Η τότε κυβέρνηση διαπραγματευόταν μια κρίσιμη διεθνή συμφωνία, με την αντιπολίτευση να εφορμά μέσα από τα ρήγματα που προκαλούσε το Μακεδονικό στον συνεταιρισμό της πλειοψηφίας.
Ομως, αν καταφέρει κανείς να βγάλει το κεφάλι του έξω από το καζάνι, ο συγχρονισμός των τωρινών υπερβολών δεν φαίνεται καθόλου «φυσιολογικός» – κυρίως επειδή αυτή τη φορά δεν αφορά μια ελάσσονα εκκρεμότητα απέναντι σε έναν υποδεέστερο αντίπαλο. Ποιος τολμάει να φανταστεί πώς θα παροξυνόταν –και με ποιες παρενέργειες– αυτή η μετάσταση του προεκλογικού ανταγωνισμού στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, αν η χώρα καλούνταν να αντιμετωπίσει μια πραγματική δοκιμασία;
Εντάξει. Μπορεί να πει κανείς ότι αν τα πράγματα σοβαρέψουν, θα κοπούν και οι μαγκιές εσωτερικά. Το ρίσκο όμως είναι αχρείαστο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται να πατήσει τη γραμμή της διπλωματίας και της άμυνας της χώρας για να πριονίσει αντιπολιτευτικά την κυβέρνηση (έχει ξαπλώσει μόνη της στον πάγκο του χασάπη). Ούτε η κυβέρνηση χρειάζεται να κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ως εθνικό κίνδυνο για να πείσει ότι υπερτερεί χάρη στις δικές της επιδόσεις στη διακυβέρνηση.
Δεν κοστίζει λίγη αυτοσυγκράτηση. Αλλά δεν θα βρεθεί.

