Πάντα έχεις να μάθεις από αυτούς που κάνουν χρόνια τη δουλειά. Πάντα αυτοί που παρακολουθούν –από φιλοδοξία, επαγγελματικό καθήκον ή σκέτη διαστροφή– την αέναη τραγικωμωδία του πολιτικού ανταγωνισμού, έχουν να μάθουν από τους χώρους όπου η πολιτική δεν υπόκειται στην εκλογική κυκλοθυμία της δημοκρατίας.
Η συζήτηση που (ξανα)έγινε με αφορμή την εκδημία της βασίλισσας Ελισάβετ ήταν μια τέτοια ευκαιρία: να ξαναδείς πώς ένας φορέας που διαχειρίζεται τα σύμβολα σαν σκεύη του χρόνου μπορεί να επηρεάζει την ιστορία ακόμη και βουβά, με χειρονομίες και σημαίνουσες σιωπές.
Η σχέση με τον χρόνο είναι που κάνει ενδιαφέρουσα πολιτικά και την Εκκλησία της Ελλάδος. Η Εκκλησία πολιτεύεται με τα αρχαϊκά της εργαλεία στο περιβάλλον μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Εχει κοινωνικά ερείσματα και τα κινητοποιεί για να προωθήσει τα συμφέροντά της (η διάκριση μεταξύ άυλων μη άυλων σκοπών της είναι μόνο στην ίδια ευδιάκριτη). Και, αντιθέτως προς τον μύθο που έχει πλάσει η ίδια για τον εαυτό της –αλλά και οι ζηλωτές ανάμεσα στους αρνητές της, που φωνάζουν ότι «είμαστε Ιράν»– η επιτυχία της δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη.
Σε πολλά ζητήματα οι εκκλησιαστικές απόψεις είναι απλώς μια ψηφίδα στο πλουραλιστικό μωσαϊκό της δημοκρατίας μας, χωρίς κανονιστική δύναμη ή ακαταμάχητη ψηφοθηρική αίγλη.
Τι μαθαίνουμε για την πολιτική από θεσμούς που δεν είναι πολιτικοί.
Πώς έχει διαχειριστεί ο νυν προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας αυτές τις ισορροπίες; Από την άποψη του εκκλησιαστικού συμφέροντος, είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικός από τον προκάτοχό του;
Ο ίδιος, στη συνέντευξη που έδωσε στην «Καθημερινή», απαντά εμμέσως. Εκείνος δεν θέλει, λέει, «να ξεσηκώνει τον λαό και να του δημιουργεί προβλήματα». «Ας πούμε, όταν όλοι έκαναν τα συλλαλητήρια για την ταυτότητα, κι εμένα μου κακοφαινόταν που αφαιρείται (το θρήσκευμα), αλλά ήξερα τι θα γίνει στο τέλος». Ο Ιερώνυμος διαφωνούσε με τη μη αναγραφή του θρησκεύματος, αλλά ήξερε ότι η μάχη αυτή για την Εκκλησία ήταν χαμένη. Εκ των υστέρων θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο τρόπος που η τότε ηγεσία της Εκκλησίας επέλεξε να ανοίξει το μέτωπο προκάλεσε στο τέλος ζημιά στο κύρος της. Σπατάλησε το κεφάλαιο της εξουσίας της με λάβαρα.
Ως πολιτικός, ο Ιερώνυμος είναι στον αντίποδα του προκατόχου του. Ξέρει να οικονομεί έτσι την επιρροή του, ώστε και τη δημοκρατικά νομιμοποιημένη εξουσία να παίρνει στο πλευρό του, και να τιθασεύει τις ακραίες ροπές του αρτηριοσκληρωτικού αρχιερατικού σώματος στο οποίο λογοδοτεί.
Αν παρατραβούσαμε την ήδη τεντωμένη αναλογία Πολιτικής – Εκκλησίας, θα λέγαμε ότι ο Ιερώνυμος πετυχαίνει εκεί όπου ο προκάτοχός του είχε να προσφέρει μόνο άγονο βερμπαλισμό. Πετυχαίνει, επειδή δεν είναι τόσο λαϊκιστής.

