Το βράδυ της Τετάρτης συνελήφθη και ο πατέρας των έξι ανηλίκων παιδιών από τα οκτώ της οικογένειας του Κολωνού. Στα μίλια τηλεοπτικού αέρα που παραχωρήθηκαν στις ανατριχιαστικότερες από τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της υπόθεσης, δεν βρέθηκε πολύς χώρος για το ερώτημα: Ποια θα είναι η τύχη των παιδιών, τώρα που αμφότεροι οι γονείς τους βρίσκονται υπό κράτηση;
Ισως καλύτερα που το ερώτημα δεν τέθηκε πολύ ηχηρά, γιατί θα μπορούσε να στρέψει τους προβολείς στα θύματα – όπως ήδη έχει συμβεί με τις δήθεν αλλοιωμένες φωτογραφίες στις οποίες η θολή σιλουέτα ενός κοριτσιού διατίθεται ως ηδονοβλεπτικό δέλεαρ στη διαδικτυακή αγορά της προσοχής. Καλύτερα, γιατί κανείς δεν έμαθε σε ποιο νοσοκομείο είχαν μεταφερθεί τα παιδιά, προκειμένου να εξεταστούν ιατρικά και ψυχιατρικά, όπως προβλέπει ο νόμος.
Περίπου είκοσι τέσσερις ώρες μετά, τα παιδιά θα περίμεναν ακόμη στο νοσοκομείο τις κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου να γνωματεύσουν αν μπορούν να μεταφερθούν σε ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον. Για να μην περιμένουν άλλο, υπήρξε κινητοποίηση σε ανώτατο θεσμικό επίπεδο και με εισαγγελική εντολή μεταφέρθηκαν στη γνωστότερη ιδιωτική δομή παιδικής προστασίας, στο Χαμόγελο του Παιδιού.
«Πού είναι τα παιδιά;»: Το ερώτημα που δεν πρόλαβε να τεθεί.
Χθες, σε μία από τις –ποιος μετράει;– πολλές τηλεοπτικές εμφανίσεις του τα τελευταία εικοσιτετράωρα, ο πρόεδρος του «Χαμόγελου» συνέστησε «μακριά οι κάμερες (από τα παιδιά)· μακριά η συζήτηση· διαταράσσεται η παιδική αθωότητα». Ηταν ο ίδιος που ήδη από το βράδυ της Παρασκευής είχε ανακοινώσει «ζωντανά» σε τηλεοπτική εκπομπή πού κατέληξαν τα παιδιά. (Δεν αποκλείεται να είχε προλάβει να το ανακοινώσει, ενώ τα παιδιά ήταν ακόμη καθ’ οδόν.) Ηταν ο ίδιος που σε κάθε παράθυρο επαναλάμβανε μετά ότι «μόνο» η δική του δομή –και όχι κάποια δημόσια– μπορούσε να τα υποδεχθεί.
Μέσα από τα χάσματα μιας διοικητικής αλυσίδας που δεν λειτουργεί, η υπόθεση αυτή αφέθηκε να γίνει εργαλείο για να αναβιώσει η αντιπαράθεση του Γιαννόπουλου με την κυβέρνηση, με αντικείμενο τον πρόσφατο νόμο για τα ιδρύματα. Η Πολιτεία με τις ασυνέχειές της έδωσε λαβή για να στηθεί ένα τηλεθέατρο παραγοντισμού.
Η μιντιακή δίαιτα που σερβίρεται νύχτα μέρα αφορά κατά 90% τα σπαράγματα της δικογραφίας –τις περιγραφές του εγκλήματος, τα μηνύματα, τις φωτογραφίες– και κατά 10% τον μεταβολισμό της αγανάκτησης σε ποινικό νόμο. Αδαείς νομικά υπουργοί δογματίζουν στα πρωινάδικα ποιος πρέπει να «διαπομπεύεται». Φανατικοί της αντιπολίτευσης προσπαθούν να εξαργυρώσουν την οργή για να στιγματίσουν τον αντίπαλο.
Είναι τόσος ο ηθικός βρασμός, ώστε δεν απομένει ενέργεια για τον μόνο θεσμικό προβληματισμό που θα μπορούσε να προκύψει από το έγκλημα. Ποιος αναλαμβάνει, μετά το κακό, να αποτρέψει τη διαρκή θυματοποίηση και επαναθυματοποίηση των θυμάτων; Ποιος θα τα προστατεύσει από τους προστάτες, που τα χρησιμοποιούν σαν ενέχυρο γοήτρου;

