Το 1987 ο Νίκος Γκάλης ζούσε μόλις οκτώ χρόνια στην Ελλάδα. Την ήξερε πολύ λιγότερο απ’ ό,τι τα παιδιά που γεννήθηκαν στα Σεπόλια.
Ο γεννημένος στο Νιου Τζέρσι γιος μεταναστών ήξερε την πατρίδα –στην οποία χάρισε το τρόπαιο της μεγαλύτερης μετά τη Μεταπολίτευση εθνικής ανάτασης– πολύ λιγότερο απ’ ό,τι οι γιοι μεταναστών από τη Νιγηρία που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ άλλη πατρίδα.

Το κοινό που καθηλώθηκε είχε την ευκαιρία να δει στην ομάδα όχι μόνο την ποιότητα των ηττημένων – που υποδέχτηκαν την ήττα τους με δάκρυα συντριβής και όρκους ανασύνταξης. Η τηλε-κερκίδα είχε την ευκαιρία να καθρεφτιστεί σε μια ομάδα που ενσαρκώνει τις νέες δυνατότητες του εθνικού συνόλου.
Αν η πρωταθλήτρια του ’87 επιβεβαίωνε στο παρκέ τον συλλογικό μύθο του Δαβίδ που λιθοβολεί τους Γολιάθ για να βγει στο ξέφωτο –για να επουλώσει τις ανασφάλειες με οπαδικό γόητρο–, η ηττημένη «μπάντα» του 2022 σηματοδοτεί τη χειραφέτηση από την ανάγκη για αγχολυτικά τρόπαια.
Είναι μια ομάδα που την ακολουθούν και τη θαυμάζουν ακόμη και μη Ελληνες εραστές της καλαθόσφαιρας, κυρίως επειδή σε αυτήν αγωνίζεται ο διασημότερος στον κόσμο περφόρμερ του αθλήματος. Είναι μια πολύχρωμη εκδοχή του έθνους – εκδοχή ενός ανοιχτού και εξωστρεφούς συλλογικού εαυτού.
Πανηγυρίζοντας τους άθλους των ηττημένων.
Η χολή που ξοδεύτηκε πριν και μετά τον αποκλεισμό (#not_my_national_team) μάλλον επιβεβαιώνει παρά κλονίζει τον ενωτικό χαρακτήρα του νέου αθλητικού συμβόλου. Το σύμβολο είναι τόσο αποδεκτό που δοκίμασε να το αποκαθηλώσει μόνο η ηχηρή, αλλά περιθωριακή μειοψηφία των ρατσιστών.
Περισσότερο απ’ ό,τι στον θρίαμβο, ο χαρακτήρας φαίνεται στην ήττα.
Φάνηκε στον τρόπο που ο Κώστας Αντετοκούνμπο έκρυψε τον λυγμό του μέσα στη φανέλα με το εθνόσημο.
Φάνηκε στην αμεσότητα με την οποία ο αδελφός του, Θανάσης, αναγνώρισε την ανωτερότητα του αντιπάλου («τα ‘βαλαν όλα. Δεν θα πω δικαιολογίες. Τα ‘βαλαν όλα»).
Ο εθνικός χαρακτήρας φάνηκε από την ελληνοπρεπέστατη ανάγκη του ίδιου –του Θανάση– να καθησυχάσει τη μαμά του ότι «δεν κλαίει» και είναι καλά.
Χάσαμε. Αλλά χάνοντας είδαμε άθλους που άξιζε να πανηγυρίσουμε.

