Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Χωρίς μάσκες και με τα ποπ κορν στα χέρια, δεκάδες περίμεναν να αρχίσουν οι αερομαχίες για τις οποίες είχαν γραφτεί τόσο πολλά. Οταν η ταινία «Top Gun: Maverick» άρχισε να προβάλλεται στις αίθουσες, όλοι ήξεραν ότι ο 59χρονος Τομ Κρουζ δεν χρησιμοποίησε ψηφιακά εφέ στο σίκουελ της ταινίας του 1986. Τα μαχητικά αεροπλάνα, οι απογειώσεις, οι ελιγμοί, οι πολύ υψηλές ταχύτητες, όλα ήταν πραγματικά. Η ταινία τα έδωσε όλα για την αυθεντική ατμόσφαιρα. Ισως όμως υπάρχει και κάτι πιο ρομαντικό κάτω από την αδρεναλίνη.
Δεν είναι μόνο το βίντεο που παίζει πριν από τους τίτλους αρχής της ταινίας και παρουσιάζει τον Κρουζ να απευθύνεται στο κοινό και να μας ευχαριστεί που ήρθαμε στο σινεμά για να δούμε την ταινία που έφτιαξε ο ίδιος μαζί με δεκάδες συντελεστές. Είναι και κάτι άλλο.
Στα πρώτα λεπτά της ταινίας υπάρχει μία σκηνή, που στο επόμενο δίωρο σχεδόν την ξεχνάς. Οπως ίσως ξέρετε, ο Τομ Κρουζ ερμηνεύει τον ρόλο του Πίτερ Μίτσελ, ενός γοητευτικού, κυνικού και ριψοκίνδυνου χειριστή μαχητικών αεροσκαφών, που την ίδια στιγμή είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για όσους αγαπάει. Τι δουλειά κάνει; Δοκιμάζει πειραματικά αεροσκάφη.
Η ταινία ανοίγει με μια τέτοια δοκιμή. Ο Εντ Χάρις ως ναύαρχος Κέιν, όμως, θέλει να ανανεώσει τεχνολογικά τον στρατό και να αντικαταστήσει τα μαχητικά αεροσκάφη και τους πιλότους με τηλεκατευθυνόμενα ντρόουν. Ο Μίτσελ ωστόσο ολοκληρώνει με επιτυχία τη δοκιμή και εξοργίζει τον ναύαρχο. Η τεχνολογία, του λέει, μια μέρα θα εξαφανίσει τύπους σαν και εσένα. Οχι όμως σήμερα, απαντά ο Μίτσελ, και η ταινία συνεχίζεται.
Πουθενά, βέβαια, στο υπόλοιπο φιλμ δεν θίγεται ξανά αυτό το θέμα. Ο Τομ Κρουζ γίνεται εκπαιδευτής στο «Top Gun» και αντιμετωπίζει φαντάσματα του παρελθόντος. Πού πήγαν τα ντρόουν;
Νομίζω την απάντηση δίνει η ίδια η ταινία. Ο Τομ Κρουζ κλείνει το μάτι στο σινεμά και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο κινηματογράφος την ώρα της προβολής. Η τεχνολογία και οι αλγόριθμοι μπορεί να κάνουν τα πράγματα πιο εύκολα, μπορεί να μας επιτρέπουν να βλέπουμε μαζεμένα τα επεισόδια μιας σειράς, που ίσως να έχει φτιαχτεί όλη σε έναν υπολογιστή, χωρίς να σηκωθούμε από τον καναπέ μας, αλλά η αίσθηση, θέλει να μας πει ο Κρουζ, δεν μπορεί να είναι ίδια με ένα «χειροποίητο» φιλμ.
Το «Top Gun: Maverick» γίνεται έτσι μια ταινία που παίζει με τη νοσταλγία όχι μόνο μιας άλλης ταινίας, αλλά και μιας άλλης εποχής, τότε που η δημιουργία μιας ταινίας έκρυβε ατελείωτες ώρες προετοιμασίας, σχεδιασμού και κόπου.
Συμπτωματικά, η ταινία έκα-νε πρεμιέρα (και πάει πολύ κα-λά) την ώρα που οι συνδρομητικές πλατφόρμες βιώνουν την πρώτη τους κρίση στη μεταπανδημική εποχή. Είναι το «Top Gun» μια καλοκαιρινή αναλαμπή μιας μεγάλης βιομηχανίας που αργοπεθαίνει; Δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον, αλλά η ζωντάνια της αίθουσας δεν συγκρίνεται με τη μοναξιά του καναπέ.

