Στον λαϊκό λόγο, πεζό και έμμετρο, οι αναχρονισμοί δεν είναι σπάνιοι. Για παράδειγμα, σε μια παράδοση που αποθησαύρισε ο Ν. Γ. Πολίτης, «στον κάμπο του Μαραθώνα έγινε μια φορά μεγάλη μάχη. Τούρκοι πολλοί με άρμενα ήρθαν να σκλαβώσουν τη χώρα και απ’ εκεί να περάσουν στην Αθήνα». Τα βάσανά τους από τους Τούρκους θυμούνταν οι Ελληνες. Τους Περσικούς πολέμους τους ήξεραν οι λιγοστοί γραμματιζούμενοι. Αλλο παράδειγμα: Σε παραλλαγή του «Μοιρολογιού της Παναγίας» από τη Ζάκυνθο, νησί που δεν βίωσε την Τουρκοκρατία, καταγγέλλονται σαν συνυπεύθυνοι της σταύρωσης του Χριστού οι Αγαρηνοί: «Πώς έπαθε, πώς έλαβε και πώς τον εσταυρώσαν/ σκυληνοί Αγαρηνοί και άνομοι Εβραίοι».
Αυτή δεν είναι η μοναδική παραγνώριση των ιστορικών δεδομένων, όπως τα αφηγούνται τα Ευαγγέλια, στο συγκλονιστικό «Μοιρολόι της Παναγίας». Ενώ ο υπερτονισμός της ενοχής των Εβραίων, με ταυτόχρονο μετριασμό του ρόλου των Ρωμαίων, ακούγεται σύμφωνος με την εκκλησιαστική υμνογραφία, λ.χ. με τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, ο καταλογισμός βαρύτατων ευθυνών στους Ατσίγγανους (που ονομάζονται χαλκιάδες, Φαραώ ή Γύφτοι) δεν θεμελιώνεται πουθενά. Ισως απορρέει από το κράμα των περιφρονητικών προκαταλήψεων και της διάχυτης πίστης ότι στα βασανιστήρια των Ελλήνων από τους Τούρκους συμμετείχαν, σαν σιδεράδες, και οι Τσιγγάνοι. Στην επώνυμη λογοτεχνία την πίστη αυτή την αναπαράγει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.
Οι Ατσίγγανοι λοιπόν, στον λαϊκό θρήνο, έλαβαν την παραγγελία να φτιάξουν τρία καρφιά για τη σταύρωση του Ιησού, κι αυτοί οι «παράνομοι» έφτιαξαν πέντε: «τα δυο στα δυο του γόνατα, τα δυο στα δυο του χέρια,/ το πέμπτο το φαρμακερό, στην καρδιά του μέσα» (σε παραλλαγή που διέσωσε ο Κλoντ Φoριέλ). Το αποτέλεσμα, να πληρώνουν στους αιώνες την κατάρα να μην προκόψουν ποτέ. Κατάρα που την εξαπολύει εναντίον τους η Παναγία (το συνηθέστερο), ο Χριστός ή ο Θεός.
Ενας ευρωπαϊκός θρύλος, που τον μνημονεύει ο Τάκης Γιαννακόπουλος στο βιβλίο «Τσιγγάνικα λαϊκά τραγούδια και μπαλάντες» (1982), γενεαλογεί διαφορετικά την κατάρα: «Την εποχή που η Παναγία είχε καταφύγει στην Αίγυπτο για να γλιτώσει τον Χριστό απ’ τον Ηρώδη, οι Τσιγγάνοι της εποχής […] αρνήθηκαν, λέει, να της προσφέρουν καταφύγιο και βοήθεια. Εκείνη τους καταράστηκε να περιπλανώνται σ’ ολόκληρη τη ζωή τους χωρίς να βρίσκουν πουθενά καταφύγιο και ησυχία». Πανευρωπαϊκή λοιπόν η φυλετική προκατάληψη.

