Πριν από την εισβολή, τον μετρούσαν στο 25%. Δύο εβδομάδες μετά, είχε ανέβει στο 30%. Ηταν τέτοια η άνοδος που ο πρόεδρος Μακρόν πίστεψε, λένε, ότι δεν χρειάζεται να ασχοληθεί πολύ με την προεκλογική του εκστρατεία. Του αρκούσε απλώς να είναι πρόεδρος σε καιρό πολέμου. Τώρα, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την κάλπη, φαίνεται να χάνει τις τρεις από τις πέντε μονάδες που του είχε δώσει η εικόνα του στρατηγού που ξαγρυπνά στα τηλέφωνα με τον Πούτιν.

Στη μετάβαση αυτή πάντως φαίνεται να επενδύει η Λεπέν. Επενδύει στο συναίσθημα των ήδη καταπονημένων από την πανδημία πολιτών, που αρχίζουν να μη θέλουν να ξέρουν ποιος έχει δίκιο. Θέλουν μόνο να ακούσουν πότε και πώς θα τελειώσει η περιπέτεια που οι ίδιοι υφίστανται.
Ο γενικός αποτροπιασμός που προκάλεσαν οι εικόνες της ερειπωμένης πόλης που είχε σπαρεί με πτώματα εκτελεσμένων αμάχων θα μπορούσε να είναι μια ένδειξη εγρήγορσης: Και να θες να την ξεχάσεις, η συμφορά της Ουκρανίας δεν σε αφήνει. Μπορεί όμως να ερμηνεύσει κανείς τις αντιδράσεις και αντίστροφα: Χρειάστηκαν τα τεκμήρια αυτής της φρίκης για να αφυπνίσουν πάλι τα αντανακλαστικά των καταναλωτών της πληροφορίας. Χρειάστηκε ένα νέο σοκ, για να διακόψει τη σταδιακή «μπαναλοποίηση» του πολέμου.
Ο πόλεμος συσσωρεύει καύσιμη ύλη για τους λαϊκιστές.
Αυτός ήταν από την αρχή ένας ορατός κίνδυνος στην αναμέτρηση με το καθεστώς της Μόσχας. Σε αντίθεση με μια περίκλειστη χώρα όπου η δημόσια σφαίρα έχει ισοπεδωθεί, οι δυτικές δημοκρατίες είναι ευάλωτες. Οι δημοκρατικές κοινωνίες είναι για τέσσερις γενιές απειροπόλεμες. Δεν έχουν καν δοκιμάσει τα τελευταία 40 χρόνια ούτε την περιπέτεια του υψηλού πληθωρισμού.
«Θέλουμε να πεθάνουμε;» αναρωτήθηκε η Λεπέν, σχολιάζοντας το ενδεχόμενο διακοπής της προμήθειας αερίου και πετρελαίου από τη Ρωσία. Ο πόλεμος συσσωρεύει καύσιμη ύλη για μια αντεπίθεση των λαϊκιστικών δυνάμεων, που βρίσκονταν σε ύφεση την τελευταία πενταετία.
Ο πόλεμος δεν θα κριθεί μόνο στα χαρακώματα της Ουκρανίας. Θα κριθεί και από την ικανότητα των ευρωπαϊκών ηγεσιών να πείσουν ότι η αναμέτρηση δεν είναι ούτε μόνο για την ηθική, ούτε μόνο για τη γεωπολιτική ισχύ. Οσα προσπαθεί τώρα ασθμαίνοντας να προωθήσει η Ευρώπη –στην αμυντική και ενεργειακή της αυτονομία– έπρεπε, ούτως ή άλλως, να τα κάνει. Κι αυτό που προσπαθεί να αναχαιτίσει –ο ευφημιστικά αποκαλούμενος «αναθεωρητισμός»– δεν απειλεί μόνο τους Ουκρανούς.
Το ερώτημα δεν είναι πόσους λογαριασμούς ρεύματος αντέχει η αλληλεγγύη μας. Το ερώτημα είναι πόσους αντέχει η λογική μας.

