Οταν μπαίνουμε σε αεροπλάνο, τρένο, καράβι ή αυτοκίνητο, όταν διασχίζουμε ένα δρόμο ή μπαίνουμε να κολυμπήσουμε, κανένας μας δεν πιστεύει πως η μοίρα τού έχει στήσει καρτέρι κι άρχισε ήδη να μετράει τις τελευταίες ώρες του. Ο νους μας δεν πάει στο κακό, δεν θέλει να πάει, για να μη διαλυθεί. Ναι, παίρνεις τα μέτρα σου, δεν ζεις όμως συνεχώς πανικόβλητος. Οσοι ταξιδεύουν συχνά, αναγκασμένοι από το επάγγελμά τους, ξέρουν ότι αυξάνουν ελαφρώς τις πιθανότητες να βρεθεί η ζωή τους σε κίνδυνο. Για να βιοποριστούν, να επιβιώσουν οικονομικά, παίρνουν το ρίσκο τους, υποθέτοντας ότι όσοι έχουν αναλάβει να τους μεταφέρουν με ασφάλεια, και έχουν καλοπληρωθεί γι’ αυτό, θα φροντίσουν να μην αφήσουν καμιά κερκόπορτα μισάνοιχτη για να περάσει η «Κακιά Ωρα». Κάτι που δεν έγινε στο «Euroferry Olympia». Οσα καταγγέλλουν επιζώντες και συγγενείς αγνοουμένων, καταθέτοντας τις μαρτυρίες τους για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν από παλαιότερα στο πλοίο (όλη η ποικιλία των ζωυφίων λαθροβιούσε στις καμπίνες) και για το ευρωθηρικό (ή μάλλον φραγκοφονικό) στοίβαγμα των φορτηγών στα γκαράζ, πόρτα με πόρτα κολλημένες, εικονογραφούν έναν κόσμο ελάχιστα «ευρωπαϊκό». Και αποκαλύπτουν πόσο κυνικοί είναι οι ισχυρισμοί της πλοιοκτησίας, η οποία ουσιαστικά θεωρεί τους θανόντες υπεύθυνους για τον ίδιο τους τον θάνατο. «Τα ’θελαν και τα ’παθαν», αυτό διατείνονται οι CEO, με ελαφρώς διαφορετικό λεξιλόγιο.
Να μην ταξιδεύουν λοιπόν οι άνθρωποι, ώστε να μην κινδυνέψουν; Να μην εμπιστεύονται αυτούς που παίρνουν την επίσημη άδεια να κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά –ασφαλείς μεταφορές–, δεσμευόμενοι ότι θα τηρήσουν το ελάχιστο έστω των υποχρεώσεών τους; Ακόμα κι αν ήταν λύση η απόλυτη ακινησία, η άρνηση του κόσμου, η αυτοομηρία μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού, δεν την επιτρέπουν οι ανάγκες του καθενός. Και δεν την επιχορηγεί κανένας. Από τους μύθους και τα παραμύθια, άλλωστε, έχουμε μάθει ότι και σε πύργο μαλαματένιο ή σε σκοτεινό μπουντρούμι να κλείσει κάποιος βασιλιάς το αρσενικό ή το θηλυκό βλαστάρι του, είτε για να το προστατέψει είτε για να αυτοπροστατευτεί ο ίδιος και να μην κινδυνέψει ο θρόνος του, το Κακό ή το Καλό, ο θάνατος ή ο έρωτας, θα βρουν τον τρόπο να τρυπώσουν. Και οι ασκητές ακόμα που καθηλώνονταν επί δεκαετίες πάνω σ’ ένα στύλο ή μέσα σε μια στενάχωρη σπηλιά, απαρνούμενοι τα εγκόσμια, όλο και κάποιον κίνδυνο αντιμετώπιζαν. Εναν κεραυνό, ας πούμε, ουράνια τιμωρία για κάποιο κατά φαντασίαν παράπτωμά τους, ή ένα φίδι – και δεν εννοώ τον μεταμορφωμένο Πειρασμό.
Οσο καχύποπτοι ή φοβικοί κι αν είμαστε, δεν αντιμετωπίζουμε τη ζωή σαν μια τεράστια παγίδα που μας κυκλώνει ασφυκτικά, μορφοποιημένη σε αναρίθμητους πονηρούς τύπους που απεργάζονται τον όλεθρό μας. Η ακοίμητη κακοπιστία και η γενικευμένη καχυποψία δρουν παραλυτικά. Ξέρουμε, φυσικά, ότι εκεί έξω κυκλοφορούν αρκετοί δόλιοι τύποι. Αλλά ξέρουμε επίσης ότι δεν είναι σκάρτοι όλοι οι άνθρωποι. Κι αυτό αρκεί για να εξακολουθήσουμε να βλέπουμε τη ζωή σαν δώρο και σαν δυνατότητα.
Μετέχουμε στον κόσμο, από ανάγκη και από επιθυμία, βασισμένοι στην άγραφη –και γι’ αυτό παντοδύναμη– Αρχή της Εμπιστοσύνης: «Οφείλω να σε εμπιστεύομαι, επειδή οφείλεις να με εμπιστεύεσαι. Αλλιώς τελειώσαμε πριν καν αρχίσουμε». Αυτή η ιδέα συγκρατεί τις κοινωνίες πολύ στερεότερα απ’ ό,τι οι αμέτρητοι νόμοι, όσο σκληροί κι αν είναι, οι θρησκευτικές απαγορεύσεις, οι ιδεολογικοί δεσμοί. Και στην πραγματικότητα πρόκειται για την ηθικοπρακτική μετάφραση ενός παραγγέλματος που έρχεται από πολύ παλιά: «Και ο μισείς, μηδενί ποιήσης». Το είπε δεν το είπε ο Κομφούκιος, ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος ή η Πυθία, έτσι πάντως το βρίσκουμε γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο του Τωβίτ. Και μάλλον σε αυτήν την πατρική νουθεσία παραπέμπει ο Ιησούς, στο Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, όταν λέει: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν ημίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς· ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται». Ολες οι ιδέες όμως, όλα τα ηθικά παραγγέλματα που αποσκοπούν στη συγκρότηση κοινωνιών από μη αλληλομισούμενα και μη αλληλοϋποβλεπόμενα άτομα, είναι για να τα περιφρονούμε και να τα καταπατάμε: «Με εμπιστεύεσαι; Αχ κοροϊδάκι μου». Εμπιστευόμαστε την πολιτεία και τους πολιτικούς μας, παθόντες πλην όχι και μαθόντες, και οδεύουμε από διάψευση σε διάψευση και από απογοήτευση και σε απογοήτευση. Από τη στιγμή μάλιστα που βρέθηκε η πολιτική Θεωρία των Πάντων, που μάταια την αναζητούσαν τόσα χρόνια οι επιστήμονες, η λογοδοσία κατάντησε μπλακ χιούμορ:
Η βουλιμία του κέρδους, η απληστία, κυκλοφορεί συνήθως με το ψευδώνυμο «νόμοι της αγοράς».
Εχουμε την πιο ακριβή βενζίνη στην Ευρώπη και το πιο ακριβό ηλεκτρικό; Φταίει η παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Και στο κάτω κάτω, οι φτωχοί δεν έχουν αυτοκίνητο, τι γκρινιάζουν; Εχουμε, λόγω του κορωνοϊού, τους περισσότερους θανάτους ανά εκατομμύριο; Μα η υγειονομική κρίση είναι οικουμενική, τι άλλο να κάνουμε; Κατακαίγεται η Εύβοια και η Αττική; Μα η κλιματική κρίση πλήττει όλη την υφήλιο, πώς να την αντιμετωπίσουμε;
Εμπιστευόμαστε τις επιχειρήσεις με τις οποίες συναλλασσόμαστε, διεθνείς και ελληνικές (ακόμα κι εκείνες τις πρώην «κοινής ωφελείας»); Κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, συνειδητοποιούμε ότι μας εμπαίζουν, μας υπερχρεώνουν, μας κλέβουν, πονηρά ή ανενδοίαστα. Εν ολίγοις, ελάχιστα νοιάζονται για την ευθύνη τους, έτσι όπως την επιβάλλει το μεταξύ μας συμβόλαιο. Το είδαμε στο χιονόδραμα της Αττικής Οδού και της Μεσογείων. Το είδαμε στην τραγωδία του «Euroferry Olympia» στο Ιόνιο. Το βλέπουμε και στους «οίκους ευγηρίας» και στις «δομές φιλοξενίας», όπου, πεισμένοι από τους ευφημιστικούς τίτλους, παραδίδουμε τους γέροντες και τις γερόντισσές μας, με την προσδοκία, τη σιγουριά μάλλον, ότι θα τους νοιαστούν. Κι εκεί, για να μειώσουν το κόστος και ν’ αβγατίσουν τα οφέλη τους, τους παραμελούν, τους υποσιτίζουν, τους δίνουν ληγμένα χάπια, τους αποκοιμίζουν φαρμακευτικά για να μην παραπονιούνται. Τους ντροπιάζουν, αυτό κυρίως.
Η βουλιμία του κέρδους, η απληστία, κυκλοφορεί συνήθως με το ψευδώνυμο «νόμοι της αγοράς». Οι υπερασπιστές της μάλιστα μας τη συστήνουν σαν εξίσου ακαταμάχητη με τους φυσικούς νόμους, με τον νόμο της βαρύτητας λόγου χάρη. Το συνοπτικό αγοραίο «Πιστεύω» μπορεί να το έχουν επεξεργαστεί τρανοί οικονομολόγοι, και νομπελίστες ανάμεσά τους, η βαθιά δομή του όμως είναι τόσο απλοϊκή και βάναυση όσο μία από τις συνήθεις εξυπνάδες του κ. Αδώνιδος Γεωργιάδη. Για παράδειγμα η πιο φρέσκια, ότι για την ακρίβεια στη βενζίνη και στα αγγουράκια φταίει, τι άλλο, η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς.
Ιδού το «Πιστεύω», σε ημιμαθηματική μορφή: «Δεν υπάρχει πρόοδος δίχως κέρδος. Δεν υπάρχει κέρδος δίχως εκμετάλλευση. Και δεν υπάρχει εκμετάλλευση δίχως θύματα. Τι κλαιγόσαστε τώρα, μίζεροι, ε μίζεροι;». Αν αυτό είναι η πρόοδος, χρειαζόμαστε επειγόντως λίγη οπισθοδρόμηση. Εν ανάγκη, ας φτάσουμε ακόμη και στον Τωβίτ.

