Η ανάπτυξη είναι το μεγάλο ζητούμενο. Πρέπει να αναπληρώσουμε τις απώλειες της οικονομικής κρίσης, που ενισχύθηκαν από το κόστος της πανδημίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει τη θυσία των πάντων στο όνομά της, ένα διακύβευμα ιδιαίτερα σαφές σε σχέση με την τουριστική ανάπτυξη, τη «βαριά μας βιομηχανία». Η προστασία του μοναδικού φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της χώρας μας, εκτός από αυτοσκοπός, αποτελεί και τη μόνη βάση για βιώσιμη ανάπτυξη στο μέλλον, αλλά και υποχρέωσή μας προς τις επόμενες γενιές.
Εχουν ήδη γραφτεί πολλά για τον υπερτουρισμό και τη «μυκονοποίηση» των νησιών μας. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση, λιγότερο γνωστή, που αφορά το κέντρο της Αθήνας. Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες μιας μεταμόρφωσης, που κανείς δεν φανταζόταν δέκα μόνο χρόνια πριν: η Αθήνα από απαξιωμένο πέρασμα έχει μετατραπεί σε προορισμό. Το κέντρο έχει μεγάλη ανάγκη την οικονομική τόνωση, τόσο εξαιτίας της καταστροφής που προκάλεσε η κρίση όσο και λόγω της συρρίκνωσης των εμπορικών δραστηριοτήτων στην οποία οδηγούν οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες. Τι κάνει όμως το κέντρο της πόλης τόσο ελκυστικό; Οπως έχω ξαναγράψει, η απάντηση βρίσκεται σε δύο μόνο λέξεις: μεικτές χρήσεις. Το μικρό εμπόριο στη συγκεκριμένη περίπτωση δημιουργεί μια ζωντάνια που είναι πολύ δύσκολο να αποκατασταθεί αν χαθεί. Καθώς όμως αυτή η δραστηριότητα υποχωρεί, ο κίνδυνος αυξάνεται να μετατραπεί το κέντρο της πόλης σε ένα μονοθεματικό πάρκο για τουρίστες που θα έρχονται για να ξεδώσουν αφήνοντας πίσω τους λιγοστά χρήματα και πολλά σκουπίδια. Πώς μπορεί να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Πέρα από έξυπνα μέτρα τόνωσης του μικρού εμπορίου, η απάντηση είναι μονολεκτική: κατοικία.
Πράγματι, η πολιτεία έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη στήριξης της κατοικίας στο κέντρο. Οπως και αλλού στην Αθήνα, η αφύπνιση χρονολογείται από τη δημαρχία του Αντώνη Τρίτση και συνδέεται με νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως το Π.Δ. της 2ας Ιουλίου 1994 που δίνει προτεραιότητα στην κατοικία όταν πραγματοποιούνται αλλαγές χρήσεις. Δυστυχώς, η κρίση διέκοψε την εξέλιξη αυτή, που επανήλθε στο προσκήνιο μόλις πρόσφατα. Ο υπουργός Επικρατείας Ακης Σκέρτσος αναφέρθηκε στην «επιτακτική ανάγκη να μην αφήσουμε το κέντρο της Αθήνας έρμαιο στη μονοκαλλιέργεια συγκεκριμένων χρήσεων. Οραμά μας», πρόσθεσε, «είναι ένα ζωντανό, ανοιχτό, κατοικήσιμο κέντρο της πόλης, που “αναπνέει” όλες τις ώρες της ημέρας και δεν χαρακτηρίζεται από τη “μονοκαλλιέργεια” του τουρισμού. Διότι δημοκρατική πόλη είναι η πόλη που καταφέρνει να συγκεντρώσει και να συμφιλιώσει πολλές διαφορετικές χρήσεις ταυτόχρονα». Αντίστοιχα και ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης έθεσε ως βασικό του στόχο «την απελευθέρωση χώρων της πόλης, τη βιώσιμη κινητικότητα και τις μεικτές χρήσεις». Ειδικά για το τελευταίο σημείωνε πως «διατρέχουμε έναν κίνδυνο η Αθήνα να γίνει θεματικό πάρκο, μια αρχαιοελληνική Disneyland, γι’ αυτό και οφείλουμε να διαφυλάξουμε και να περιφρουρήσουμε τον χαρακτήρα της πόλης».
Πώς μπορεί να αποτραπεί το ενδεχόμενο να μετατραπεί το κέντρο της Αθήνας σε μονοθεματικό πάρκο για τουρίστες; Η απάντηση βρίσκεται σε δύο μόνο λέξεις: μεικτές χρήσεις.
Καταλήγω με ένα προσωπικό σχόλιο. Αποφάσισα το 2007, το διάστημα που περνώ στην Ελλάδα, να κατοικώ στο εμπορικό κέντρο, όταν ελάχιστοι ήταν αυτοί που επέλεγαν κάτι τέτοιο. Επένδυσα λοιπόν όλες μου τις οικονομίες για να φτιάξω μια κατοικία στο κέντρο, η χρήση της οποίας απειλείται άμεσα από τη δραστηριότητα αρπακτικών ξένων funds που βλέπουν την Αθήνα ως τόπο προσπορισμού εύκολου και γρήγορου κέρδους εις βάρος των ιθαγενών, με τη συνεργασία μάλιστα τοπικών αρχιτεκτονικών γραφείων, που ενώ αυτοπροβάλλονται ως φορείς υψηλής αισθητικής, στην πράξη εκμεταλλεύονται την υποστελέχωση και τις αδυναμίες των κρατικών υπηρεσιών για την πραγματοποίηση αυθαιρεσιών και τη δημιουργία χρήσεων που οδηγούν στην εκδίωξη των ελάχιστων κατοίκων. Αν ένας κάτοικος σαν εμένα εκδιωχθεί από το σπίτι του και από το κέντρο της πόλης, πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε πως η πόλη θα αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο, δίχως μονοθεματική απαξίωση;
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

