Ξεφυλλίζοντας μνήμες που μυρίζουν μελάνι και καφέ

Ξεφυλλίζοντας μνήμες που μυρίζουν μελάνι και καφέ

Προσεγγίζοντας τον έναν αιώνα ζωής με την «Καθημερινή» πάνω στο τραπέζι, τρεις αναγνώστες αφηγούνται πώς μια καθημερινή συνήθεια έγινε τελετουργία και παραμένει μέχρι σήμερα

6' 15" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΥΠΑΡΧΟΥΝ άνθρωποι που μετρούν τον χρόνο με γεγονότα. Με μετακομίσεις, επαγγέλματα, έρωτες, γεννήσεις. Και υπάρχουν και κάποιοι που τον μετρούν με το θρόισμα του χαρτιού κάθε πρωί, με τη διαδρομή έως την είσοδο για να παραλάβουν την εφημερίδα, με τις σελίδες που ανοίγουν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας δίπλα στον καφέ. Για την Ερση Ρόμπερτς, τη Μυρτώ Λιάτη και τον Θανάση Γλυκό, αυτές οι μικρές καθημερινές κινήσεις διατρέχουν ολόκληρη τη ζωή τους.

Η μαθήτρια που έστελνε γράμματα στην Ελένη Βλάχου

Η Ερση Ρόμπερτς, 89 ετών σήμερα, θυμάται τον εαυτό της τεσσάρων ετών να κατεβαίνει στην είσοδο του σπιτιού της στην Αγίου Μελετίου για να παραλάβει την «Καθημερινή» για τον δικηγόρο πατέρα της. Η οικογενειακή της ιστορία ακουμπά σε πολλές από τις μεγάλες διαδρομές του Ελληνισμού του 20ού αιώνα. Από την Κωνσταντινούπολη και τη δίνη της Μικρασιατικής Καταστροφής, η οικογένειά της περνά από τη Θράκη και τη Μυτιλήνη, πριν καταλήξει στην Αθήνα. Μέσα σε αυτές τις μετακινήσεις, η καθημερινή ανάγνωση της εφημερίδας έμεινε ως ένας σταθερός τρόπος σύνδεσης με τον κόσμο. «Hταν η αγαπημένη εφημερίδα του πατέρα μου, και εγώ, πριν ακόμα μάθω να διαβάζω, είχα το καθήκον κάθε πρωί να του την παραδίδω. Oλα τα μαθαίναμε από την “Καθημερινή”, έτσι μεγαλώσαμε». 

Ξεφυλλίζοντας μνήμες που μυρίζουν μελάνι και καφέ-1
«Είχα το θράσος να στέλνω στην Ελένη Βλάχου επιστολές όπου της έλεγα να αλλάξει χτένισμα, επειδή ο κότσος που έκανε μου έδινε την αίσθηση πως θα λυθεί», θυμάται σήμερα γελώντας η Ερση Ρόμπερτς.

H σχέση της με την εφημερίδα σύντομα πήρε και έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα. «Θυμάμαι ότι βγαίναμε βόλτα με τη μητέρα μου για ψώνια και πως κοντά στο μαγαζί που αγοράζαμε χαλβά ήταν τα γραφεία της εφημερίδας, στην οδό Σωκράτους. Ζητούσα τότε την άδεια από τη μητέρα μου να μπω μέσα και να πω μια “καλημέρα” στον θυρωρό». Από εκεί γεννήθηκε και η παιδική της λατρεία για την Ελένη Βλάχου. Η Eρση σήμερα θυμάται ότι της έστελνε γράμματα όπου σχολίαζε ακόμη και τα μαλλιά και το χτένισμά της. «Είχα το θράσος να της στέλνω επιστολές όπου της έλεγα να αλλάξει χτένισμα, επειδή ο κότσος που έκανε μου έδινε την αίσθηση πως θα λυθεί», θυμάται σήμερα γελώντας. Κάποια στιγμή μάλιστα είχε πάρει τηλέφωνο στα γραφεία ζητώντας να της μιλήσει. «Το έμαθε βέβαια ο πατέρας μου και με μάλωσε, μου είπε πως η κυρία Βλάχου έχει σοβαρές ασχολίες, δεν μπορεί να μιλήσει μαζί μου». 

Μεγαλώνοντας η Ερση ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Αμερικανό γλωσσολόγο Κάρολο Ρόμπερτς, έναν άνθρωπο με βαθιά αγάπη και σεβασμό στην ελληνική γλώσσα. Οι δυο τους έζησαν επί χρόνια ανάμεσα στην Ελλάδα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, με σταθερό σημείο το Νιούτον του Κάνσας. Η οριστική επιστροφή τους στην Ελλάδα το 2012 επανέφερε και μια γνώριμη καθημερινή πρακτική: την καθημερινή παράδοση της εφημερίδας στην πόρτα του σπιτιού τους. «Ο Κάρολος έγινε και αυτός αναγνώστης, πρώτα διαβάζαμε και μετά σχολιάζαμε μαζί την επικαιρότητα». Σήμερα, αν και όπως ομολογεί η Ερση οι δυσκολίες της ηλικίας δεν τους επιτρέπουν να αφιερώνουν τον χρόνο που θα ήθελαν, η παρουσία της εφημερίδας παραμένει σταθερή μέσα στο σπίτι, μέρος μιας συνήθειας από την παιδική της ηλικία.

Μια κινηματογραφική γνωριμία στο Ζάππειο

Η οικογενειακή ιστορία της Μυρτώς Λιάτη συνδέεται με έναν άλλο πυρήνα του ελληνικού 20ού αιώνα: τον διπλωματικό και κοσμοπολίτικο κόσμο της μεταπολεμικής αστικής τάξης. Ο παππούς της και ο πατέρας της υπηρέτησαν στο υπουργείο Εξωτερικών, οπότε οι μετακινήσεις, οι γλώσσες και η εξοικείωση με διαφορετικές χώρες ήταν μέρος της παιδικής της ηλικίας. Ο παππούς της μιλούσε έντεκα γλώσσες, ο πατέρας της πέντε ή έξι, εκείνη «μόνο τρεις, τρεισήμισι, διότι ξέρω και λίγα τούρκικα», όπως λέει με το χιούμορ που τη χαρακτηρίζει. Εζησε στην Αμερική, τελείωσε το σχολείο στην Αλεξάνδρεια και στην Αγκυρα, όπου υπήρξε η μόνη Ελληνίδα στο πανεπιστήμιο, και αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στο σπίτι τους, όπως θυμάται, η ανάγνωση της εφημερίδας ήταν αυτονόητο μέρος της ημέρας. «Οι γονείς μου ήταν εφημεριδοφάγοι», λέει. Η λέξη αποτυπώνει ολόκληρη την οικογενειακή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεγάλωσε: ένα σπίτι όπου η ενημέρωση, η πολιτική συζήτηση και η περιέργεια για τον κόσμο συνυπήρχαν με τη γλώσσα, την τέχνη και τις μετακινήσεις. 

Ξεφυλλίζοντας μνήμες που μυρίζουν μελάνι και καφέ-2
«Οι γονείς μου ήταν εφημεριδοφάγοι», λέει στην «Κ» η Μυρτώ Λιάτη, εξηγώντας πώς η ανάγνωση της «Καθημερινής» έγινε για εκείνη μια καθημερινή συνήθεια από τη δεκαετία του ’50 έως σήμερα. 

Οταν το 1954 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ήταν 18 χρόνων, γράφτηκε στη λέσχη τένις απέναντι από το Ζάππειο. Στον αποκριάτικο χορό προσφέρθηκε να αναλάβει τον στολισμό, αξιοποιώντας τις σπουδές της στη Σχολή Καλών Τεχνών και τη μαθητεία της δίπλα στον Γιάννη Μόραλη. «Τον στολίσαμε τον χώρο καταπληκτικά. Μου είπαν τότε πως είναι μια κυρία που εντυπωσιάστηκε και θέλει να με γνωρίσει. Με ρώτησε αν εργάζομαι και αν θα ήθελα να κάνουμε την επόμενη ημέρα ένα ραντεβού στο γραφείο της. Αφού κλείσαμε το ραντεβού, έμαθα πως ήταν η Ελένη Βλάχου, η εκδότρια της “Καθημερινής”». Την επόμενη ημέρα πήγε στο γραφείο της, στην οδό Σωκράτους, όπου έμαθε ότι ετοίμαζε ένα νέο περιοδικό, τις «Εικόνες». Η πρόταση προς τη νεαρή Μυρτώ ήταν να αναλάβει την εικονογράφηση και τη σελιδοποίηση. «Δεν είχα κάνει ποτέ ούτε σελιδοποίηση ούτε τίποτα. Αλλά εγώ δεν πτοούμαι. Εμεινα εκεί σχεδόν δύο χρόνια», θυμάται σήμερα. 

Ο διανομέας τής χτυπά το κουδούνι πολύ νωρίς, «τρεις και μισή, τέσσερις, πέντε το πρωί», όπως λέει, κι εκείνη συχνά ξυπνά για να την παραλάβει και μετά συνεχίζει τον ύπνο της.

Τα επόμενα χρόνια έφυγε ξανά στην Αμερική. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1971 και από τότε, μέχρι και σήμερα στα 90 της, η σχέση της με την εφημερίδα, και κυρίως με την κυριακάτικη έκδοση, παραμένει σχεδόν τελετουργική. Ο διανομέας τής χτυπά το κουδούνι πολύ νωρίς, «τρεις και μισή, τέσσερις, πέντε το πρωί», όπως λέει, κι εκείνη συχνά ξυπνά για να την παραλάβει και μετά συνεχίζει τον ύπνο της. Την ανοίγει αργότερα, με τον καφέ της, και το κυριακάτικο φύλλο τής κρατά συντροφιά για όλη την εβδομάδα. «Ο χρόνος είναι πολύ πολύτιμο πράγμα», λέει. «Και όταν μεγαλώνει κανείς –και εγώ είμαι 90 χρόνων–, είναι ακόμα πιο πολύτιμος». 

Ξεφυλλίζοντας μνήμες που μυρίζουν μελάνι και καφέ-3
Η Μυρτώ Λιάτη περιηγείται στην ψηφιακή έκδοση της «Καθημερινής».

Ο αναγνώστης των 100 ετών

Από μια άλλη αφετηρία, μιλά για τη σχέση του με την «Καθημερινή» ο Θανάσης Γλυκός. Γεννημένος το 1926, μεγάλωσε στην Καλλιθέα. Ο πατέρας του είχε φούρνο και ο Θανάσης από μικρός πήγαινε και τον βοηθούσε. Σήμερα, στα 100 του χρόνια, θυμάται ακόμη πως στο γυμνάσιο ένας καθηγητής τούς προέτρεψε να διαβάζουν την «Καθημερινή. Για τον ίδιο, εκείνη η σχολική παρότρυνση έγινε μια συνήθεια που έμεινε μαζί του σε όλη του τη ζωή. Μεγαλώνοντας ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του. Η ζωή του οργανώθηκε γύρω από τον φούρνο, το εγερτήριο τα ξημερώματα και τη συνέπεια της καθημερινής δουλειάς. Μέσα σε αυτόν τον ρυθμό, η εφημερίδα βρήκε φυσικά τη θέση της, κομμάτι μιας ημέρας που ξεκινούσε πάντα νωρίς. «Θυμάμαι γύρω στα 20 πως η Ελένη Βλάχου κυκλοφόρησε μια εγκυκλοπαίδεια, μικρή σε μέγεθος και σε κόκκινο χρώμα. Αυτή την εγκυκλοπαίδεια την έχω στο σπίτι μου μέχρι και σήμερα, φυλαγμένη ώστε να μην παραπέσει πουθενά». 

Διαβάζω όσο μπορώ. Μου αρέσουν πολύ τα Ημερολόγια. Είναι η παρέα μου, και στην ηλικία μου δεν είναι πως έχω και πολλές παρέες…

Από τότε μέχρι σήμερα παραμένει αναγνώστης, ακόμη κι αν, όπως λέει, τα μάτια του δεν τον βοηθούν πια όσο θα ήθελε. «Διαβάζω όσο μπορώ. Μου αρέσουν πολύ τα Ημερολόγια. Είναι η παρέα μου, και στην ηλικία μου δεν είναι πως έχω και πολλές παρέες…». Για τον ίδιο, η σταθερή παρουσία της εφημερίδας στο σπίτι του δεν είναι μόνο μια συνήθεια, αλλά ένα σταθερό κομμάτι της ημέρας, ένα νήμα που ενώνει τον μαθητή της Καλλιθέας με τον ηλικιωμένο άνδρα που εξακολουθεί να βρίσκει σε αυτήν μια καθημερινή συντροφιά.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT