Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούμε τα μικρόβια εχθρούς. Κι αυτό ανταποκρίνεται ώς έναν βαθμό στην πραγματικότητα: κάποια μπορούν να μας κάνουν να αρρωστήσουμε, ίσως και να μας σκοτώσουν. «Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα μικρόβια όπως σχεδόν καθετί στην καθημερινότητά τους: τα βάζουν σε κουτάκια, χαρακτηρίζοντάς τα καλά και κακά. Αυτή η μανιχαϊστική αντίληψη τα αδικεί. Γιατί εκτός από μερικές εκατοντάδες μικρόβια, τα οποία είναι παθογόνα, υπάρχει ένας ολόκληρος στρατός ωφέλιμων μικροβίων, που μας βοηθούν να επιβιώνουμε. Μπορεί να μην τα βλέπουμε, αλλά… κατοικούν εντός μας, κυρίως στο γαστρεντερικό μας σύστημα, στην εντερική χλωρίδα μας», λέει στην «Κ» η Ελενα Παντσέρι.
Τη συναντάμε σε ένα διάλειμμα του πρώτου Forum Υγιούς Μακροζωίας που διοργανώθηκε στην Αθήνα από το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιούς Μακροζωίας. Η Ιταλίδα επιστήμονας, με σπουδές στη Διατροφική Θεραπεία και στη Γενετική, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας Ayusha που επικεντρώνεται στην εξατομικευμένη διατροφή, ασχολείται με την υγεία του εντέρου τρεις και πλέον δεκαετίες.

«Αν βελτιωθεί η λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος, τα οφέλη είναι πολλαπλά σχεδόν σε όλο τον οργανισμό. Οταν πρωτοξεκίνησα την καριέρα μου, το έβλεπα εμπειρικά σε ασθενείς, αλλά δεν υπήρχαν ακόμα επιστημονικά πειστήρια. Τώρα πια, ολοένα και περισσότερες έρευνες το αποδεικνύουν: «Το μικροβίωμα του εντέρου συνδέεται στενά με τη μακροζωία και την υγιή γήρανση, καθώς επηρεάζει καθοριστικά βιολογικούς μηχανισμούς στο σώμα μας. Μελέτες σε αιωνόβιους έχουν δείξει ότι το μικροβιακό προφίλ τους συνήθως είναι πιο πλούσιο και ποικιλόμορφο, θυμίζοντας νεανικότερες κοινότητες μικροβίων».
Η διαδικασία
Μικροβίωμα, λοιπόν: περίπου 100 τρισ. μικροοργανισμοί (κυρίως βακτήρια, αλλά και ιοί και μύκητες) που ζουν στο έντερό μας! Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η κατανόησή μας για το πεπτικό σύστημα βασιζόταν σ’ ένα μηχανιστικό μοντέλο. Αντιλαμβανόμασταν τη γαστρεντερική οδό μάλλον σαν μια… συσκευή: Τρώμε, μασάμε την τροφή μας και την καταπίνουμε, αυτή στη συνέχεια διασπάται στο στομάχι με μηχανικές δυνάμεις και με τη βοήθεια του υδροχλωρικού οξέος, κι αυτός ο ομογενοποιημένος πολτός διοχετεύεται στο λεπτό έντερο. Από εκεί, αφού πρώτα ολοκληρωθεί η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και η θερμιδική πρόσληψη, ό,τι απομένει μεταφέρεται στο παχύ έντερο και απομακρύνεται μέσω της απέκκρισης.
«Γνωρίζουμε ότι το έντερο “δίνει” σημάδια για νευροεκφυλιστικές νόσους, όπως το Πάρκινσον, ακόμα και είκοσι χρόνια πριν αυτές εκδηλωθούν», επισημαίνει η Ιταλίδα επιστήμονας Ελενα Παντσέρι.
«Αυτό το μοντέλο είναι υπερβολικά απλοϊκό. Εχουμε πλέον αρχίσει να συνειδητοποιούμε τον κομβικό ρόλο του μικροβιώματος στην υγεία μας. Πρόκειται για μια δυναμική κοινότητα μικροοργανισμών οι οποίοι, ακριβώς όπως συμβαίνει με τα μέλη των ανθρώπινων κοινοτήτων, εκτελούν διαφορετικές εργασίες και συνεργάζονται. Για το καλό του συνόλου, για να υπάρχει ισορροπία, κανένα δεν πρέπει να υπερισχύει του άλλου. Αν η ισορροπία διαταραχθεί, αρχίζουν τα προβλήματα – και όχι μόνο στη γαστρεντερική μας οδό. Επηρεάζεται μέχρι και ο εγκέφαλός μας», εξηγεί η κ. Παντσέρι. «Γνωρίζουμε ότι το έντερο “δίνει” σημάδια για νευροεκφυλιστικές νόσους, όπως το Πάρκινσον, ακόμα και είκοσι χρόνια πριν αυτές εκδηλωθούν».
Είναι σαν να έχουμε, δηλαδή, ένα δεύτερο «μυαλό» στο έντερό μας, που μας βοηθάει να μένουμε υγιείς. Ενα καλής σύνθεσης μικροβίωμα συμβάλλει στη μείωση της χρόνιας φλεγμονής, βασικού παράγοντα κινδύνου για ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα και Αλτσχάιμερ. Βοηθάει στην παραγωγή ωφέλιμων μεταβολιτών: τα ευεργετικά βακτήρια παράγουν ουσίες (μεταβολίτες), όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας και τα παράγωγα τρυπτοφάνης, τα οποία έχουν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες και ενισχύουν τον εντερικό φραγμό. Ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και αποτελεί ανάχωμα στην ανοσογήρανση. Μας θωρακίζει απέναντι σε παθογόνους παράγοντες: αρκετοί υπερηλικιωμένοι, οι λεγόμενοι superagers, έχουν βακτήρια ικανά να παράγουν συγκεκριμένα οξέα, τα οποία έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες και τους προστατεύουν από εντερικές λοιμώξεις.
Διαγνωστικό εργαλείο
Στη γαστρεντερική οδό βρίσκεται αποθηκευμένο το 95% της σεροτονίνης του οργανισμού μας. Η σεροτονίνη, εκτός του ότι είναι απαραίτητη για τις φυσιολογικές λειτουργίες του πεπτικού μας συστήματος, όπως οι συντονισμένες συσπάσεις που μετακινούν την τροφή, παίζει καθοριστικό ρόλο και σε ζωτικές λειτουργίες όπως ο ύπνος, η όρεξη για φαγητό, η ευαισθησία στον πόνο, η διάθεση και η ευεξία. Πώς όμως θα έχουμε ένα μικροβίωμα που θα λειτουργεί με τον καλύτερο τρόπο; Πώς επιτυγχάνεται η πρόληψη;
«Πρώτο βήμα είναι η πραγματοποίηση ενός ειδικού τεστ, μέσω του οποίου θα αναλυθούν η ποσότητα και η ποικιλία των μικροοργανισμών που υπάρχουν στο έντερο καθενός από εμάς και θα εντοπιστούν πιθανές ανισορροπίες. Τα αποτελέσματα αυτά θα αποτελέσουν πολύτιμο διαγνωστικό εργαλείο, μια και θα συνδεθούν με πιθανά συμπτώματα ή παθήσεις (π.χ., αυτοάνοσα, παχυσαρκία, αλλεργίες, διαταραχές διάθεσης), έτσι ο γιατρός μας να επιλέξει την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση», επισημαίνει η συνομιλήτριά μου. Τέτοια τεστ κυκλοφορούν σε αρκετές χώρες, αλλά όχι στην Ελλάδα και η επιστημονική κοινότητα δεν συμφωνεί για τη διαγνωστική τους αξία.
Η συζήτηση έρχεται στη συνέχεια στη διατροφή, που διαμορφώνει ένα υγιές και λειτουργικό μικροβίωμα ή το βλάπτει ανεπανόρθωτα. «Η ποσότητα και η ποιότητα των τροφών μας καθορίζουν πολλά. Τα τρανς λιπαρά, το αλάτι, η ζάχαρη, το αλκοόλ, οι επεξεργασμένες τροφές, είναι οι μεγάλοι εχθροί του μικροβιώματός μας, καθώς αυξάνουν τη φλεγμονή. Αντιθέτως, στους συμμάχους του συγκαταλέγονται οι φυτικές ίνες, οι πολυφαινόλες, τα ωμέγα-3 λιπαρά και η βιταμίνη D που συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση και τη διατήρηση ενός υγιούς και ισορροπημένου εντερικού περιβάλλοντος», τονίζει η Ελενα Παντσέρι.
«Επίσης, δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, το γιαούρτι και το κεφίρ κάνουν θαύματα. Μολονότι οι γαλακτοβάκιλλοι δεν αποικίζουν εύκολα το έντερο (δεν θα τους βρούμε σε μεγάλες ποσότητες ακόμα και σε ανθρώπους που καταναλώνουν καθημερινά αυτές τις δύο τροφές), έχουν ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση και διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των καλών βακτηρίων».
«Η κατάχρηση συμπληρωμάτων διατροφής αναστατώνει το μικροβίωμα αντί να το ωφελεί. Το ίδιο ισχύει για τα προβιοτικά. Δεν πρέπει να παίρνουμε ό,τι δούμε στα ράφια των φαρμακείων, ό,τι είναι στη μόδα».
Και τα συμπληρώματα διατροφής; Ποια χρειαζόμαστε πραγματικά; «Αλλος ένας μύθος. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι δεν κατανοούν ότι η κατάχρηση συμπληρωμάτων διατροφής αναστατώνει το εντερικό μικροβίωμα αντί να το ωφελεί. Το ίδιο ισχύει για τα προβιοτικά: ένα πολύ μικρό ποσοστό των καλών βακτηρίων που περιέχουν φτάνουν τελικά στο έντερό μας και επιβιώνουν εκεί, γιατί τα περισσότερα καταστρέφονται πολύ γρήγορα από τη φυσική χλωρίδα του. Δεν πρέπει να παίρνουμε ό,τι δούμε στα ράφια των φαρμακείων, ό,τι είναι στη μόδα ή ό,τι διαφημίζεται ως πανάκεια, λοιπόν. Οι αιματολογικές εξετάσεις μας –και το ειδικό τεστ– θα δείξουν τι χρειαζόμαστε στ’ αλήθεια», τονίζει η Ελενα Παντσέρι.
Ζητήσαμε από την κ. Παντσέρι να αξιολογήσει τα πιο διαδεδομένα είδη διατροφής σε σχέση με την επίδρασή τους στο μικροβίωμα, αρχής γενομένης από τη μεσογειακή διατροφή: «Είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, πολυφαινόλες, ξηρούς καρπούς και σπόρους, ω-3 λιπαρά οξέα και μονοακόρεστα λιπαρά. Βοηθάει το έντερο γιατί αυξάνει τα “καλά” βακτήρια, όπως τα προβιοτικά και εκείνα που προστατεύουν τον εντερικό βλεννογόνο, και μειώνει τα “κακά”, όπως τα παθογόνα Πρωτεοβακτήρια. Γενικά κάνει καλό στο μικροβίωμα».
Η Χορτοφαγική και βίγκαν διατροφή; «Η κατανάλωση φυτικών τροφών και φυτικών ινών μπορεί να αυξήσει την αφθονία βακτηρίων που παράγουν τα SCFA, τα λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας, βασικούς μεταφορείς πληροφοριών μεταξύ διατροφής, εντερικής υγείας και συνολικής υγείας του σώματος. Ωστόσο, μη ισορροπημένες και αυστηρές χορτοφαγικές και βίγκαν δίαιτες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την κατανομή των βακτηρίων, προκαλώντας υπερανάπτυξη ορισμένων ειδών λόγω ανεπαρκούς πρόσληψης βασικών θρεπτικών συστατικών, όπως ο σίδηρος, τα ω-3 λιπαρά οξέα, η βιταμίνη B12 και η πρωτεΐνη».
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι υπέρμαχοι της Κετογονικής; «Λόγω της πολύ χαμηλής πρόσληψης υδατανθράκων και φυτικών ινών, μπορεί να προκαλέσει μείωση των προβιοτικών και αύξηση κάποιων βακτηρίων που σχετίζονται με τη φλεγμονή». Τέλος, η δυτική διατροφή (fast food, πολλά λιπαρά και ζάχαρη) «μπορεί να επηρεάσει πολύ αρνητικά τη σύσταση του μικροβιώματος: να μειώσει τη μικροβιακή ποικιλομορφία, να αυξήσει κατακόρυφα τον αριθμό των βλαβερών βακτηρίων και να… ρίξει νερό στον μύλο της φλεγμονής».
Ο παράγοντας του στρες
Η Ιταλίδα επιστήμονας είναι σαφής: Πρέπει να καταναλώνουμε φρούτα και λαχανικά: τουλάχιστον 30 διαφορετικά είδη την εβδομάδα, όπως συμφωνούν πολλοί ειδικοί. Επίσης τα όσπρια, τα δημητριακά ολικής άλεσης, οι ξηροί καρποί και οι σπόροι συγκαταλέγονται στους συμμάχους του μικροβιώματος. Η Ελενα Παντσέρι αναφέρθηκε ιδιαίτερα στο κίμτσι (λαχανικά τα οποία έχουν αλατιστεί, καρυκευθεί και ζυμωθεί), ως μια πλούσια πηγή προβιοτικών και πρεβιοτικών ινών, οι οποίες «συνεργάζονται» για να υποστηρίξουν ένα υγιές και ισορροπημένο περιβάλλον στο έντερο.
Επίσης η άθληση, τα οφέλη της είναι απτά και στη λειτουργία του εντέρου μας. Υπάρχει όμως και ένας άλλος παράγοντας: το στρες. «Συνδέουμε το άγχος με πάρα πολλές δυσλειτουργίες και νόσους κι αυτό σε κάποιους ίσως φανεί υπερβολικό. Ομως είναι αληθινό: όσο καλή διατροφή κι αν κάνει ένας άνθρωπος, όσο κι αν ασκείται, αν “εκτίθεται” σε υπερβολικό άγχος ή σε μοναξιά, αν δεν είναι, δηλαδή, ικανοποιημένος από τη ζωή του, αυτό θα καθρεφτίζεται στο μικροβίωμά του». Και ποιο είναι το δικό της superfood; «Ελληνικό γιαούρτι ή κεφίρ με μούρα, μύρτιλα ή βατόμουρα. Κάθε μέρα. Δεν τα αλλάζω με τίποτα!».

