Ο πολυτραγουδισμένος παραθαλάσσιος Γαλησσάς της Σύρου, η καταπράσινη ορεινή Ελάτη Τρικάλων, το μεσαιωνικό μαστιχοχώρι Πατρικά της Χίου, η αρχοντική Ερμιόνη στην Αργολίδα και η γραφική Κεφαλόβρυση Τριφυλίας στη Μεσσηνία δεν φαίνεται, με μια πρώτη ματιά, να έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους. Έχουν όμως έναν κοινό στόχο. Αποτελούν τις φετινές ελληνικές υποψηφιότητες για το «Καλύτερο Τουριστικό Χωριό» (Best Tourism Village) του Οργανισμού Τουρισμού των Ηνωμένων Εθνών. Η ένταξη στην πρωτοβουλία προϋποθέτει, πέρα από το όριο των 15.000 κατοίκων, να πληρούνται μια σειρά από κριτήρια, όπως ο αυθεντικός τρόπος ζωής, οι ισχυρές κοινοτικές αξίες, η διατήρηση των παραδοσιακών δραστηριοτήτων, καθώς και η προστασία της τοπικής ταυτότητας και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι πέντε οικισμοί διεκδικούν μια θέση στο Δίκτυο των Καλύτερων Τουριστικών Χωριών, το οποίο αριθμεί σήμερα περίπου 300 προορισμούς σε όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους και τα Ανώγεια της Κρήτης, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους που μπορούν να τα καταστήσουν πρότυπα βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης. Μοιράζονται, επίσης, την ίδια φιλοδοξία. Να προβληθούν σε παγκόσμιο επίπεδο, αξιοποιώντας τις προοπτικές που μπορεί να προσφέρει μια τέτοια διάκριση.
Από τη Σύρο στην Αργολίδα

Ο Γαλησσάς της «Φραγκοσυριανής», με τη χρυσή αμμουδιά και τα αρμυρίκια κάτω από τον λόφο όπου δεσπόζει το εκκλησάκι της Αγίας Πακούς, στη δυτική Σύρο, είναι ένας οικισμός που, παρά τη δημοφιλία του, διατηρεί μέχρι σήμερα ζωντανές τις αλιευτικές και γαστρονομικές παραδόσεις του νησιού. «Ένας οικισμός της Σύρου με φυσική ομορφιά, ιστορία, παραλία, παραδόσεις, αγροτική και τοπική ζωή, γαστρονομία, προσβασιμότητα και ανθρώπους που αγαπούν τον τόπο τους, μπαίνει σε μια διεθνή διαδικασία αξιολόγησης και προβολής», αναφέρει σε σχετική ανακοίνωσή του ο Δήμος Σύρου-Ερμούπολης. «Είναι μια ευκαιρία να αναδείξουμε μια πιο αυθεντική πλευρά της Σύρου, τη Σύρο των χωριών, της φιλοξενίας, της τοπικής ζωής, της ιστορίας, της παράδοσης και της καθημερινής προσπάθειας των ανθρώπων της».
Αντίστοιχα, η υποψηφιότητα της Ερμιόνης εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό του Δήμου Ερμιονίδας, με στόχο την ενίσχυση της εξωστρέφειας της περιοχής, την προβολή της σε διεθνές επίπεδο, την προώθηση του τουρισμού και την ενδυνάμωση της τοπικής οικονομίας μέσα από την ανάδειξη της πολιτιστικής και παραγωγικής της ταυτότητας. Παραθαλάσσια κωμόπολη της Αργολίδας που θυμίζει νησί, η Ερμιόνη με την πλούσια ιστορία της, τα πλακόστρωτα δρομάκια και τα όμορφα αρχοντικά, περιτριγυρισμένα από κατάφυτους λόφους και πανέμορφους κόλπους, έχει καταφέρει να διατηρήσει έναν ήρεμο τρόπο ζωής, εστιασμένο σε ένα μοντέλο ήπιας τουριστικής ανάπτυξης.
Μεσσηνία, Τρίκαλα και Χίος

Η ορεινή Κεφαλόβρυση της Μεσσηνίας οφείλει το όνομα στην πέτρινη βρύση ηλικίας 120 ετών, δίπλα στον αιωνόβιο πλάτανο της πλατείας του χωριού, και την υποψηφιότητά της στο συμμετοχικό μοντέλο αγροτικής αναβίωσης που έχει ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Η προσπάθεια για τη διατήρηση της ταυτότητας του ιστορικού οικισμού, που μέχρι το 1927 ονομαζόταν Ρίπεσι, στηρίζεται στην ενεργή συμμετοχή των κατοίκων και στη συνεργασία του Δήμου Τριφυλίας με την Κοιν.Σ.Επ. «Μάλι Μάλι Ρίπεσι», που στην αρβανίτικη διάλεκτο του χωριού σημαίνει «Βουνό Βουνό». «Ήδη και μόνο η πρόκριση της Κεφαλόβρυσης στις πέντε ελληνικές υποψηφιότητες αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική επιτυχία για το χωριό μας, καθώς αναγνωρίζει σε εθνικό επίπεδο την ιδιαίτερη ταυτότητα, την πολιτιστική κληρονομιά και τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξής του», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Δήμος Τριφυλίας.
Χτισμένη μέσα στα έλατα, σε υψόμετρο 950 μέτρων, στις πλαγιές του Κόζιακα, στη νότια Πίνδο, η Ελάτη Τρικάλων ή Τύρνα, όπως ονομαζόταν παλαιότερα, μπορεί να αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς χειμερινούς προορισμούς της χώρας, κυρίως χάρη στη γειτνίασή της με το Χιονοδρομικό Κέντρο Περτουλίου και στα αμέτρητα πεζοπορικά μονοπάτια που την περιβάλλουν, διατηρεί ωστόσο ζωντανή την ταυτότητα ενός παραδοσιακού χωριού. Παρότι στον οικισμό με τα πέτρινα σπίτια και τις κόκκινες κεραμιδοσκεπές, συναντά κανείς τα τελευταία χρόνια πολλά καφέ-μπαρ και ξενώνες, η τοπική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ η κτηνοτροφία, η υλοτομία και η παραδοσιακή γαστρονομία παραμένουν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής.

Λιγότερο τουριστικό είναι το μεσαιωνικό χωριό Πατρικά της Χίου, του οποίου οι κάτοικοι είναι κυρίως μαστιχοπαραγωγοί. Παρά τις ζημιές και την εγκατάλειψη που είχε υποστεί το όμορφο καστροχώρι στο παρελθόν, έχει καταφέρει να διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τη μεσαιωνική του αρχιτεκτονική και τις παραδόσεις του. Χτισμένο σε υψόμετρο 200 μέτρων, σε μικρή απόσταση από τις δημοφιλείς παραλίες της νότιας Χίου, το χωριό γεμίζει με κόσμο κυρίως τον Αύγουστο. Τον υπόλοιπο χρόνο ζει μια ήσυχη ζωή, διαθέτει ένα καφενείο-εστιατόριο και λίγα μόνο καταλύματα. «Η διάκριση αυτή ανήκει στους ανθρώπους του χωριού μας, που διατήρησαν ζωντανή την ταυτότητα, τις παραδόσεις και την ιστορία του», αναφέρει σε ανακοίνωσή του, με αφορμή την πρόκριση του χωριού στις πέντε ελληνικές υποψηφιότητες από το Υπουργείο Τουρισμού, ο πρόεδρος της Κοινότητας Πατρικών, Δημήτρης Λάρδας. «Η υποψηφιότητα αυτή αποτελεί ταυτόχρονα μια μεγάλη ευκαιρία αλλά και ευθύνη», τονίζει.
Είτε διακριθούν είτε όχι, το ζητούμενο και για τους πέντε ελληνικούς προορισμούς είναι να καταφέρουν να κρατήσουν ζωντανές τις παραδόσεις και τον αυθεντικό χαρακτήρα τους, αποφεύγοντας τον υπερβολικό εξευγενισμό που συχνά συνοδεύει την τουριστική ανάπτυξη, καθώς και τις συνέπειες του υπερτουρισμού. Αν θυμηθούμε το παράδειγμα του μεσαιωνικού σλοβακικού χωριού Vlkolínec, του οποίου οι περίπου 20 μόνιμοι κάτοικοι κάνουν εκστρατεία για να αποποιηθούν τον χαρακτηρισμό του Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, καθώς προσελκύει περισσότερους από 100.000 επισκέπτες τον χρόνο, τότε δεν μπορούμε παρά να ευχηθούμε στα ελληνικά χωριά να διαχειριστούν συνετά την αναγνώριση που διεκδικούν. Η παγκόσμια προβολή ενός προορισμού μπορεί να αποτελέσει πραγματική ευλογία για την τοπική οικονομία. Προϋποθέτει, όμως, προσεκτικό και συμμετοχικό σχεδιασμό, ώστε η τουριστική ανάπτυξη να μη μετατραπεί σε βάρος για τους ίδιους τους κατοίκους και να μην οδηγήσει, τελικά, στην απώλεια των χαρακτηριστικών που έκαναν τον προορισμό να ξεχωρίσει.

