O 42χρονος Αντώνης Καραγιάννης κατάγεται από το ημιορεινό χωριό Κατσίμπαλης, κοντά στη Μεγαλόπολη. Όπως όλη η γενιά του, γαλουχήθηκε με το όνειρο να μπει στη ΔΕΗ. Ο πατέρας του εργαζόταν εκεί ως ξυλουργός – μάλιστα είχε φτιάξει πόρτες και κουφώματα στον οικισμό της ΔΕΗ, που χτίστηκε τη δεκαετία του 1970 στο βόρειο τμήμα της πόλης, για να στεγάσει τους εργαζομένους στο εργοστάσιο. Ο Αντώνης τελείωσε μηχανολόγος βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο τοπικό ΕΠΑΛ και από το 2005 έως το 2017 δούλευε ως μηχανολόγος στα ορυχεία λιγνίτη με οκτάμηνες συμβάσεις. Το 2017 προσλήφθηκε ως μόνιμος και οκτώ χρόνια αργότερα έφυγε με πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, αφού η τελευταία από τις τέσσερις λιγνιτικές μονάδες της περιοχής αποσύρθηκε στο τέλος του 2024. Ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να απορροφηθεί στη μονάδα φυσικού αερίου, τη μόνη που παραμένει ενεργή και συνδέθηκε με το σύστημα το 2020.

«Η εναλλακτική μου ήταν να συνεχίσω στην εταιρεία σε άλλο μέρος, π.χ. στο Λαύριο ή στην Κρήτη. Δεν ήθελα να ξενιτευτώ, κι έτσι επένδυσα τα χρήματα της αποζημίωσης σε ένα οικογενειακό οίκημα στο χωριό», λέει ο Αντώνης, λίγες ημέρες πριν ανοίξει μαζί με τη σύζυγό του Ιωάννα μια παραδοσιακή ταβέρνα στον Κατσίμπαλη. Οι δυο τους απασχολούνταν για πολλά χρόνια στην εστίαση, για να έχουν παράλληλο εισόδημα, οπότε είναι αισιόδοξοι για το νέο τους εγχείρημα, συνθήκη απαραίτητη σε έναν τόπο που απειλείται από πληθυσμιακή αιμορραγία.

Το οριστικό κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, με τις δύο πρώτες να έχουν ξεκινήσει τη λειτουργία τους ήδη από το 1970, σηματοδότησε το τέλος του κεφαλαίου «παραγωγή ενέργειας» για τη Μεγαλόπολη, της οποίας η οικονομία βασίζεται πλέον στους συνταξιούχους της ΔΕΗ. Την τελευταία διετία, η πόλη αναζητεί ένα πιο υγιές αναπτυξιακό μοντέλο, για να επιβιώσει.
Πριν από την αξιοποίηση του λιγνιτικού κοιτάσματος, το αρκαδικό οροπέδιο ζούσε κυρίως από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ακολούθησε μισός αιώνας «μονοκαλλιέργειας» του λιγνίτη, κατά τον οποίο ο πληθυσμός της περιοχής ενισχύθηκε από εσωτερικούς μετανάστες, κυρίως από τη Δυτική Μακεδονία και το Αλιβέρι, οι οποίοι απασχολούνταν ως εξειδικευμένο προσωπικό στις μονάδες. Σε αυτά τα πενήντα χρόνια, χωριά όπως το Ανθοχώρι εξαφανίστηκαν από τον χάρτη. Κατόπιν αναγκαστικών απαλλοτριώσεων την περίοδο 2006-2008, ο οικισμός κατεδαφίστηκε, προκειμένου να αξιοποιηθεί ο λιγνίτης του υπεδάφους. Αντίστοιχο παράδειγμα αλλοίωσης της αρκαδικής γης είναι και ο εγκαταλελειμμένος Τριπόταμος, ο οποίος «φαγώθηκε» μέχρι την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου – έπειτα σταμάτησε η εξόρυξη λιγνίτη.
Το μεγάλο στοίχημα
Σήμερα, ο Δήμος Μεγαλόπολης αριθμεί περίπου 8.500 κατοίκους, με τους 5.000 να συγκεντρώνονται στην πόλη. «Υπολογίζουμε ότι με το κλείσιμο των μονάδων έχουν χαθεί περίπου τρεις χιλιάδες θέσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συνεργατών της ΔΕΗ. Βέβαια, το μεγάλο ζήτημα είναι η μείωση του πληθυσμού, καθώς την τελευταία δεκαετία έχουν φύγει από την περιοχή μας πάνω από 10.000 άτομα», σημειώνει ο δήμαρχος Κωνσταντίνος Μιχόπουλος, ο οποίος θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή η περιοχή να εξελιχθεί σε επιχειρηματικό κέντρο της κεντρικής Πελοποννήσου, με έμφαση σε καινοτόμες παραγωγικές δραστηριότητες γύρω από την αλυσίδα αξίας της βιο-οικονομίας, όπως η αγροδιατροφή.

Εξηγεί επίσης ότι, στα 390 εκατ. ευρώ του προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΔΑΜ), προβλέπονται μεγάλες δημόσιες επενδύσεις, όπως η κατασκευή σωφρονιστικού ιδρύματος στη θέση Πλάκα με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2029, και χρηματοδοτήσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων που, ανάλογα με το μέγεθός τους, η επιχορήγηση φτάνει το 70%. Το μείγμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στοχεύει να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αλλά και να μετατρέψει τη Μεγαλόπολη σε ελκυστικό προορισμό. Και αυτό είναι το στοίχημα.
Ο ίδιος από τα δημόσια έργα ξεχωρίζει την κατασκευή σύγχρονου κολυμβητηρίου, προϋπολογισμού 3,5 εκατ. ευρώ, την αναστήλωση του αρχαίου θεάτρου σε συνδυασμό με την κατασκευή του αρχαιολογικού μουσείου, τα οποία θα αναδείξουν τον άγνωστο αρχαιολογικό πλούτο της περιοχής, και τη διαμόρφωση κωπηλατικού κέντρου στη λίμνη Κυπαρισσίων. Επίσης, ο δήμος διεκδικεί την παραχώρηση του υφιστάμενου οικισμού της ΔΕΗ, προκειμένου να πραγματοποιηθούν εργασίες ανάπλασης και να δημιουργηθούν σύγχρονες κατοικίες με προσιτό ενοίκιο. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι 80 εγκεκριμένες αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων, συνολικής αξίας 332 εκατ. ευρώ, με τη χρηματοδότηση να αντιστοιχεί σε 188 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης, εκτιμάται ότι οι επιχειρήσεις, νέες και παλιές, θα γεννήσουν 1.093 θέσεις εργασίας. Βέβαια, ωσότου υλοποιηθούν οι εξαγγελίες, ο δρόμος είναι μακρύς. Η ΔΕΗ συνεχίζει την εγκατάσταση του μεγάλου φωτοβολταϊκού σταθμού της, συνολικής ισχύος 490 μεγαβάτ, σε χώρο του παλιού ορυχείου, χωρίς όμως να έχει προχωρήσει ακόμη σε αποκατάσταση των εδαφών, όπως προβλέπουν οι αρχικές συμβάσεις. Στην κεντρική πλατεία της Μεγαλόπολης, η μία μετά την άλλη ξεφυτρώνουν συμβουλευτικές εταιρείες. Παρά τα άδεια γραφεία και τα κατεβασμένα στόρια τους, προσβλέπουν στο να επωφεληθούν της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους: 15,589 εκατ. ευρώ του ΔΑΜ προορίζονται για τεχνική βοήθεια.

Καθαρός αέρας, ανάσες ζωής
Και την ίδια στιγμή, καθυστερεί ο ορισμός γης των δύο βιομηχανικών πάρκων, με τις επιχειρήσεις που έχουν εγκριθεί για χρηματοδότηση να μένουν άστεγες. «Ο βασικός λόγος καθυστέρησης ήταν η χωροθέτηση των πάρκων. Τώρα έχουν επιλεγεί τα σημεία, αλλά εκκρεμεί το ΦΕΚ με τις χρήσεις γης. Υπάρχει και μια εταιρεία που προχωράει στη δημιουργία ιδιωτικού βιομηχανικού πάρκου», σημειώνει ο Παναγιώτης Αλεβίζος, ηλεκτρολόγος-συνταξιούχος της ΔΕΗ, που διατηρεί την ενημερωτική ιστοσελίδα kafeneio-megalopolis.gr.

Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι όλα «μαύρα» στη Μεγαλόπολη. Είναι εντυπωσιακό το πόσο έχει καθαρίσει η ατμόσφαιρα, που μολυνόταν από τις μονάδες και από το λιγνιτωρυχείο. «Απομακρύναμε με τα φαράσια την καρβουνόσκονη από τα μπαλκόνια μας, τώρα λάμπουν», θυμάται ο Δημήτρης Ζαχαρόπουλος, ένας από τους πρώτους εργαζομένους της ΔΕΗ στην περιοχή.
Ο Σύνδεσμος Συνταξιούχων Μεγαλόπολης, που αριθμεί κοντά στα 1.500 μέλη από όλη την Ελλάδα, το καλοκαίρι του 2025 πρόσθεσε στο αφιερωμένο στους εργαζομένους της ΔΕΗ που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος μνημείο μια μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματά τους. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που επιμένουν να μένουν στον τόπο ανεξάρτητα από τη ΔΕΗ και τον λιγνίτη. Λόγου χάριν, ο 48χρονος Γιώργος Κούτσουρας, ο οποίος το 2021 μαζί με τον συνεταίρο του, Γιάννη Αριδά, άνοιξαν έναν all-day γαστρονομικό χώρο, ο οποίος φιλοξενεί και το Φεστιβάλ Κοκτέιλ Πελοποννήσου. «Εμείς δουλεύουμε κατά 70% με επισκέπτες από Αθήνα και κοντινές πόλεις, η Μεγαλόπολη δεν έχει τη δυναμική ακόμη να στηρίξει ένα τέτοιο μαγαζί», εξηγεί ο Γιώργος.

Αντίστοιχα, ο 56χρονος Βαγγέλης Ψύλλας, που η οικογένειά του διατηρεί από το 1985 εργαστήρι παραδοσιακών ζυμαρικών από αρκαδικές πρώτες ύλες, έχει αναπτύξει ένα πανελλήνιο δίκτυο διανομής των προϊόντων του. Ο πατέρας του, Ηλίας, εργαζόταν στη ΔΕΗ, ο ίδιος βγήκε δεκαπέντε χρονών στο μεροκάματο. «Πολλοί νοσούσαν από καρκίνο του πνεύμονα, κάποιοι έπαιρναν σύνταξη και δύο χρόνια μετά πέθαιναν. Ήταν μέρες που δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε», θυμάται ο Βαγγέλης. Θεωρεί ότι το κλείσιμο των μονάδων υπήρξε θετικό για τον τόπο, επισημαίνει όμως ότι έγινε βίαια και χωρίς σχεδιασμό. Μαζί με τη γυναίκα του, Βάσω έχουν δύο γιους, ο ένας εργάζεται στην Αθήνα και ο άλλος στην οικογενειακή επιχείρηση. Κάπως έτσι, με καθαρό ορίζοντα αλλά και πολλές δυσκολίες, συνεχίζουν τη ζωή τους στη Μεγαλόπολη. Και ελπίζουν ότι κι άλλοι συμπολίτες τους θα ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 15ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Αρκαδία», Μάρτιος 2026.

