Πάνε κιόλας δέκα χρόνια από τότε που άνοιξε το Simul, σε ένα αρ ντεκό κτίριο του 1932 στην Υψηλάντου. Μετράω με τα δάχτυλα τις φορές που έχω καθίσει στη στιλάτη σάλα του, αλλά και έξω, στο χαμηλόφωτο βεραντάκι του, απέναντι από τη μεγάλη χαρουπιά δίπλα στην αυλόπορτα, όπως τώρα. Από την αρχή, το εστιατόριο του Νίκου Θωμά είχε «κάτι»∙ μια ωραία ευγένεια. Και μια κουζίνα σε ρυθμούς μπιστρό, με ελληνικά και διεθνή στοιχεία, με τεχνική συνδυασμένη με οικειότητα και τρυφεράδα· πάντα υπήρχαν πιάτα που τα θυμόσουν την επόμενη μέρα – τη μια ήταν ο κρασάτος κόκορας με τον ξινό τραχανά με τον πελτέ και τα κανελογαρίφαλα, την άλλη η ρεβιθάδα με την καραβίδα και το μεδούλι, η Caesar με το καβούρι ή το λιτό παϊδάκι με πράσινο κάρι. Εξελίχθηκε σταδιακά. Οι καλοδιαλεγμένες πρώτες ύλες από μικρούς παραγωγούς, τα ελαιόλαδα, τα κρασιά, το καλοκουρδισμένο σέρβις· όλα όσα χτίζουν διακριτικά την εμπειρία του φαγητού. Σιγά σιγά, με τον επικεφαλής σεφ και συνδημιουργό του εστιατορίου να πειραματίζεται και να δοκιμάζει, να βγάζει πιάτα πιο τολμηρά, πιο δημιουργικά, το φαγητό στράφηκε προς μια πιο γαστρονομική κατεύθυνση.

Παρότι υπήρξαν πού και πού ορισμένα πιάτα τα οποία υστερούσαν σε σχέση με άλλα, κάποια στιγμή έδεσαν όλα. Στα πιο ωραία του είναι, για μένα, αυτή τη στιγμή το Simul. Πιο ώριμο, πιο κατασταλαγμένο, πιο ντελικάτο, χωρίς να χάσει τη χαρακτηριστική νοστιμιά του. Ξεκινώντας ήδη από τις καλωσοριστικές μπουκιές (όπως το όλο φρεσκάδα και γλύκα ταρτάρ κόκκινης γαρίδας με τη salsa verde και τον τραγανό φαγόπυρο, και το λεπτεπίλεπτο, γεμάτο ένταση μαύρο ταρτάκι με μοσχάρι ταρτάρ, καπνιστό χέλι και χαβιάρι), ό,τι δοκίμασα ήταν πολύ δυνατό. Μόνο στο chawanmushi (ιαπωνική κρέμα αυγού στον ατμό) με ψητή αλμύρα, πίκλα και ξίδι αφροξυλιάς, έχω μια μικρή ένσταση, καθώς η οξύτητα είναι παραπάνω τονισμένη και με την αλμύρα σε πρώτο ρόλο χάνεται λίγο η υφή της κρέμας. Η δαντελένια καραβίδα με παγωμένη πούδρα από φουά γκρα και μέλι σε ζύμωση είναι εξαιρετική, το αφράτο, γυαλιστερό milk bread με το βελούδινο παρφέ μανιταριού γεμίζει το στόμα γήινα αρώματα και οι ταλιατέλες καλαμαριού, με βινεγκρέτ από πίκλα πράσινου πιπεριού, πουρέ από παστινάκη και τσάτνεϊ τσορίθο αποτελούν πάντα ξεχωριστή στιγμή. Μια θαυμάσια κοκορόπιτα με χειροποίητο φύλλο, με πατέ από συκωτάκια πουλερικών, πυκνό ζωμό από τον κόκορα και κρέμα από αρσενικό Νάξου, που το αγαπάει ιδιαιτέρως
ο σεφ, δίνει τη σκυτάλη στα γλυκά του ζαχαροπλάστη Γιώργου Δέδε, που κλείνουν ωραία το menu dégustation – ξεχωρίζει ο συνδυασμός καφέ και μανιταριού.
Αξίζει να ακολουθήσετε και το πολύ ταιριαστό και κατά στιγμές απρόσμενο pairing του σομελιέ Τριαντάφυλλου Λούζη. Αν προτιμάτε να κινηθείτε α λα καρτ, ο κατάλογος πατάει το rewind με πιάτα που διατρέχουν την περασμένη δεκαετία. Ένα «λεύκωμα» με το οποίο το εστιατόριο θυμάται όσα το έφεραν έως εδώ.
Υψηλάντου 63, Κολωνάκι, Τ/210-7224737 Κόστος: 55-70 ευρώ, ανά άτομο (χωρίς κρασί), menu dégustation 95 ευρώ ανά άτομο.

