Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;

Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;

Μια συζήτηση με την 30χρονη καλλιτέχνιδα και ποιήτρια για το νέο της άλμπουμ, την DIY προσπάθεια, την τέχνη του spoken word και τον χρόνο που χρειάζεται για να αναγνωριστεί το έργο ενός καλλιτέχνη στην Ελλάδα

αλεξάνδρα-επίθετη-πόσο-ενοχλητική-εί-564321307
Φόρτωση Text-to-Speech...

Γεννημένη στη Βουλγαρία και μεγαλωμένη στη Χαλκίδα, γράφει ποιήματα και ασχολείται με το spoken word, το video poetry και τις αυτοεκδόσεις. Κάθε φορά που μοιράζεται κάτι καινούργιο στα social media, στέκομαι λίγο παραπάνω. Όπως στάθηκα και την πρώτη φορά που ανακάλυψα την προφορική ποίηση (spoken word poetry) μέσα από τη φωνή και τις λέξεις της, με φόντο ηλεκτρονικούς –θα τους έλεγες και πειραματικούς– και ήχους της πόλης. Ο τρόπος με τον οποίο η Επίθετη τοποθετεί τις λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη, χτίζοντας το τοπίο των συναισθημάτων της, μοιάζει σαν να πυροδοτεί μικρές σφαίρες υπαρξιακής αγωνίας που καρφώνονται στο νου.

Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;-1

Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε το «όχι πια δάκρυα», το πρώτο της άλμπουμ από τη Minos EMI. Με μια πρώτη ματιά, μου τράβηξαν την προσοχή τίτλοι όπως «Απαίσια επαρχία», «τέχνη για ντρόουνς και κολλημένους», «6980316863» και «μην υποκύψεις στη νοσταλγία». Ανάμεσα στους συνεργάτες της συναντά κανείς τα ονόματα των Ένα τσιγάρο στα μπαμ, ΛΕΞ και Π.Ι.Ε.Β. (μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας Bad Poetry Social Club). Παράλληλα, συμμετείχε στο soundtrack της ταινίας «Τhe Birthday Party» του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ, στην οποία πρωταγωνιστεί ο Γουίλεμ Νταφόε. Εκεί ερμήνευσε το ζειμπέκικο «Αρχιπέλαγος ΙΙ» μαζί με τον Γιώργο Μαργαρίτη και τον Prins Obi. 

Με αφορμή αυτή τη νέα δημιουργική περίοδο, κάναμε μια σύντομη συζήτηση μαζί της, όπου μοιράζεται τις σκέψεις της γύρω τη διαδρομή της, από τα DIY open mics μέχρι τη δισκογραφία, τη σχέση της με την ποίηση, τη νοσταλγία και τη σημασία της κοινότητας στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.

Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;-2

Φανταζόσουν ποτέ ότι θα βγάλεις το δικό σου άλμπουμ και θα σε βοηθήσει μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία σε αυτό; Διότι η προφορική ποίηση είναι στο «σκοτάδι» από δημοφιλία.

Καθόλου. Η αλήθεια είναι ότι όλο αυτό ξεκίνησε πολύ πιο οργανικά και πολύ πιο καν’το-μόνος-σου απ’ όσο ίσως φαίνεται σήμερα. Με τον Π.Ι.Ε.Β. από τους Bad Poetry Social Club γνωριζόμαστε από την εφηβεία στη Χαλκίδα. Ξέραμε o ένας για τον άλλον ότι γράφει, ανταλλάσσαμε κείμενα και κάποια στιγμή ήρθαμε σε ένα σημείο που είπαμε «ρε φίλε, δεν γράφουμε όπως ο Καρυωτάκης ή ο Ελύτης, αλλά κάνουμε κάτι που συμβαίνει τώρα, κάτι που έχει επαφή με το σήμερα». Δεν έμοιαζε με όσα συνηθίζαμε να διαβάζουμε στα σχολικά βιβλία. Ήταν κείμενα που γράφτηκαν μέσα στην πόλη, μέσα στη σύγχρονη ζωή, μέσα σε όσα ζούμε τώρα. 

Πώς όμως τα επικοινωνεί κανείς με το κοινό, διότι υπάρχει και το στίγμα του «φαντασμένου» γύρω από την ποίηση;

Υπήρχε αυτό. Ό, τι δηλαδή κάνουμε κάτι φαντασμένο, ό, τι υπάρχουν θείοι και θείες που θα διαβάσουν τα ποιήματά μας και θα κόψουν τις φλέβες μας. Αναρωτηθήκαμε λοιπόν πώς μπορεί αυτό να φτάσει σε κόσμο, σε ανθρώπους που ίσως δεν θα άνοιγαν ποτέ μια ποιητική συλλογή. Έτσι ξεκινήσαμε να οργανώνουμε open mics, να ανεβαίνουμε στη σκηνή με τα χαρτιά μας και να διαβάζουμε κείμενα. Μέσα από εκεί γεννήθηκε σταδιακά και το Bad Poetry Social Club. Γι’ αυτό λέω ότι η διαδρομή παραμένει DIY, ακόμη και σήμερα. Το άλμπουμ το έστησα με δική μου οργάνωση, δική μου ενέργεια και δικούς μου ανθρώπους. Η συνεργασία με τη Minos EMI ήρθε αργότερα και ήταν κάτι που πραγματικά δεν το περίμενα.

Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;-3

Πώς προέκυψε τελικά αυτή η συνεργασία;

Μέσα από μια εντελώς απρόσμενη συγκυρία. Συμμετείχα με τον Π.Ι.Ε.Β. σε ένα κομμάτι του νέου άλμπουμ του Pan Pan και όταν ο δίσκος πήγε στη Minos EMI για την τελική ακρόαση, ο executive producer άκουσε τη φωνή μου και ρώτησε ποια είναι η Επίθετη. Όταν το έμαθα, πήρα το θάρρος να επικοινωνήσω μαζί του. Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ότι συνάντησα έναν άνθρωπο που είχε πραγματικά ακούσει τη δουλειά μου και μπορούσε να μου μιλήσει συγκεκριμένα γι’ αυτήν, όχι απλώς να μου πει «ναι, ωραίο είναι», ενώ δε σε έχει ακούσει ποτέ πραγματικά ή επέλεξε να ακούσει τα κομμάτια με τα περισσότερα plays στο Spotify. Για κάποιον που έχει περάσει χρόνια κάνοντας τα πάντα μόνος του, αυτό ήταν πολύ σημαντικό.

«Όχι πια δάκρυα», λοιπόν. Μου θυμίζει το σλόγκαν του σαμπουάν που προκαλούσε μόνο δάκρυα, όταν οι γονείς μας έλουζαν με αυτό. Τι θέλησες να πεις μέσα από αυτή τη δουλειά;

Το ομώνυμο κομμάτι ήταν ουσιαστικά η αφετηρία όλου του άλμπουμ. Το έγραψα πριν από περίπου δύο χρόνια και από εκεί άρχισε να χτίζεται σιγά-σιγά ολόκληρος ο δίσκος. Παρότι αρκετοί τον χαρακτηρίζουν σκοτεινό ή βαρύ, για μένα είναι μια βαθιά αισιόδοξη δουλειά. Το βασικό της μήνυμα είναι ότι, όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, υπάρχει κάπου ένα φως. Έχουμε μάθει να επιβιώνουμε με πολύ λίγα, αλλά αυτό μας δίνει και μια παράξενη δύναμη να συνεχίζουμε. Το «όχι πια δάκρυα» δεν σημαίνει ότι δεν πονάμε, αλλά ότι κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να βυθιζόμαστε στη μιζέρια, στη νοσταλγία και στην ιδέα ότι το παρελθόν ήταν πάντα καλύτερο. Να κοιτάξουμε λίγο το παρόν και το τι μπορούμε να κάνουμε τώρα.

Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;-4

Το track «μην υποκύψεις στη νοσταλγία» είναι, επί της ουσίας, μια μονόλεπτη συζήτηση με τον ΛΕΞ για το κύμα νοσταλίας που βιώνουμε. Αλήθεια, γιατί σε νευριάζει τόσο;

Γιατί νιώθω ότι ζούμε σε μια εποχή που δυσκολεύεται να φανταστεί το μέλλον. Όταν δεν μπορείς να δεις μπροστά, αρχίζεις να κοιτάς συνεχώς πίσω. Βλέπουμε remakes, αναβιώσεις, αισθητικές του παρελθόντος, μια μόνιμη ανακύκλωση πραγμάτων που έχουν ήδη υπάρξει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η δημιουργία νέων προτάσεων. Σήμερα περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ έχουν τη δυνατότητα να παράγουν τέχνη, να ηχογραφούν, να γράφουν, να εκφράζονται. Κι όμως, πολλές φορές επιστρέφουμε διαρκώς στα ίδια. Γι’ αυτό και στον δίσκο υπάρχει η φράση «μην υποκύψεις στη νοσταλγία». Η νοσταλγία μπορεί να είναι γλυκιά, μπορεί να σε παρηγορεί, αλλά αν μείνεις μόνο εκεί, σταματάς να ζεις το παρόν και να φαντάζεσαι το μέλλον.

Μπορούμε να το δούμε και με τη μορφή του spoken word ως ένα νέο είδος ποίησης, διαφορετικό από αυτά που έχουμε μάθει στο σχολείο. Συχνά, όμως, αντιμετωπίζεται ελιτίστικα από πιο παραδοσιακούς λογοτεχνικούς κύκλους ή ακόμα και από δημοσιογράφους και κριτικούς. Σε έχει ενοχλήσει αυτός ο περιορισμός;

Παλαιότερα με θύμωνε περισσότερο. Τώρα όχι τόσο. Νομίζω ότι αυτό που μας έσωσε ήταν ότι φτιάξαμε τη δική μας κοινότητα. Δεν χρειάζεται να σε αποδεχτούν όλοι για να συνεχίσεις να δημιουργείς. Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι το spoken word δεν είναι ποίηση, όπως υπάρχουν άνθρωποι που λένε ότι το sampling δεν είναι μουσική. Για μένα αυτά είναι πολύ περιοριστικά κριτήρια. Η ποίηση δεν ανήκει μόνο στους ακαδημαϊκούς ή στους λογοτεχνικούς κύκλους. Μπορεί να υπάρξει πάνω σε μια σκηνή, μέσα σε ένα μπαρ, μέσα στον θόρυβο της πόλης, μέσα σε μια φωνή που τρέμει. Αυτό μας ενδιέφερε πάντα στο Bad Poetry Social Club: να φέρουμε την ποίηση πιο κοντά στους ανθρώπους.

Αλεξάνδρα Επίθετη, πόσο ενοχλητική είναι η νοσταλγία;-5

Τέλος, πόσο σημαντική είναι η κοινότητα για έναν καλλιτέχνη;

Τεράστια. Ειδικά όταν ξεκινάς χωρίς χρήματα, χωρίς διασυνδέσεις, χωρίς κάποιον μηχανισμό από πίσω σου. Εμείς είμαστε όλοι παιδιά εργατικών οικογενειών. Ξέρουμε τι σημαίνει να προσπαθείς να κάνεις τέχνη, ενώ παράλληλα δουλεύεις, ψάχνεις χώρο να ηχογραφήσεις, οργανώνεις μόνος σου ένα live. Η κοινότητα δεν είναι μόνο ψυχολογική στήριξη. Είναι και πρακτική βοήθεια. Κάποιος θα σου βρει χώρο, κάποιος θα σου γνωρίσει έναν μουσικό, κάποιος θα σε βοηθήσει με ένα δελτίο Τύπου. Και κυρίως, είναι άνθρωποι που πιστεύουν σε αυτό που κάνεις όταν εσύ αρχίζεις να αμφιβάλλεις. Υπήρξαν πολλές στιγμές που σκέφτηκα «μήπως όλο αυτό δεν θα πάει πουθενά;». Όταν όμως έχεις γύρω σου ανθρώπους που σου λένε «όχι, συνέχισε», αυτό αλλάζει τα πάντα.

Παίρνει χρόνια, όμως.

Ναι, τα πράγματα παίρνουν χρόνο. Θέλει υπομονή. Δεν έχει συμβεί σε κανέναν από εμάς να του έρθει ξαφνικά το Τζόκερ. Οπότε πρέπει να επιμένεις και να λες: «Ρε παιδιά, δεν είμαι τρελή. Αυτό που κάνω είναι καλό. Θα γίνει. Θα έχει κόσμο στα live, θα βγάλω δίσκο». Γιατί, αν πριν από πέντε χρόνια έλεγα σε κάποιον «ρε μ****α, μια μέρα θα βγάλω δίσκο στη Minos και θα είμαι στο ίδιο soundtrack με τον Γιώργο Μαργαρίτη», θα μου έλεγε σίγουρα ότι έχω τρελαθεί.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT