Στέκομαι στη συμβολή των οδών Παύλου Μελά και Ιωάννη Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη, ακριβώς απέναντι από ένα τριώροφο κεραμιδί κτίριο. Αυτοκίνητα βουίζουν μπροστά μου, περαστικοί πηγαινοέρχονται στα πεζοδρόμια και στις διαβάσεις. Η ζωή δείχνει να κυλάει κανονικά και το κτίριο να συμμετέχει αθόρυβα στη ροή της πόλης. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο πριν από 83 χρόνια. Οι φρεσκοβαμμένοι τοίχοι του κρύβουν μια μυθιστορηματική ιστορία ανθρωπιάς. Το 1943, με τους ναζί να έχουν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη, η εβραϊκή οικογένεια της Ροζίνας Πάρδο γλίτωσε γιατί κρύφτηκε εκεί, στο σπίτι της ελληνικής οικογένειας Καρακώτσου. Για 548 ημέρες περπατούσαν με κάλτσες προς αποφυγήν θορύβου και μιλούσαν μόνο τη νύχτα, γύρω από μια λάμπα πετρελαίου.

«Είχε ένα πεζουλάκι μόνο, στο οποίο ανεβαίναμε και το κάναμε καράβι, και παίζαμε ότι αρμενίζαμε σε θάλασσες ελεύθερες από Γερμανούς. Ήταν το πιο ωραίο παιχνίδι και αυτή η ταράτσα ήταν ο κόσμος μου», διηγείται η Ροζίνα στην αυτοβιογραφία της 548 ημέρες με άλλο όνομα (εκδ. Κείμενα). Η ταράτσα που κοιτάζω αμέριμνος, ένα ηλιόλουστο πρωινό του Ιούνη, ήταν ο κόσμος της. Αυτή την άγνωστη για πολλούς ιστορία, μαζί με άλλες σαράντα τέσσερις, ανακάλυψα στο βιβλίο του δημοσιογράφου Στέφανου Τσιτσόπουλου και του σχεδιαστή Θανάση Γεωργίου με τίτλο Χρονοστιβάδα.

Κυκλοφόρησε πριν από έναν μήνα περίπου από τις εκδόσεις Επίκεντρο και, μαζί με τις αυτοτελείς αφηγήσεις για τη Θεσσαλονίκη, περιλαμβάνει 45 πρωτότυπα χαρτογλυπτικά έργα του σχεδιαστή, που λειτουργούν ως μια μαγική εικονογράφηση.

Χέρι χέρι, ως ένα ερωτευμένο αρραγές ζευγάρι, λέξεις και χρωματιστά χαρτιά περπατούν στο αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, αυτό το παλίμψηστο των δυόμισι χιλιάδων χρόνων, και δίχως να ακολουθούν γραμμική αφήγηση, φωτίζουν ιστορίες ανθρώπων, τοποσήμων και κτιρίων. Εξ ου και το λογοπαίγνιο του τίτλου: σαν χιονοστιβάδα, ο χρόνος παρασύρει μνήμες, προσωπικές και συλλογικές, δημιουργώντας ένα βιου-μάστερ με εικόνες του χθες. Από τα καρτποσταλικά ηλιοβασιλέματα του Θερμαϊκού, τα φωτοτυπάδικα που «τραγουδούν» στην οδό Μελενίκου και τις νεραντζιές της οδού Εδέσσης μέχρι τα κτίρια του Βιταλιάνο Ποζέλι, όπως η Στοά Λομπάρντο, και τη γόβα του Καρύδα, μήκους δυόμισι μέτρων, που στέκει αγέρωχη στην οδό Εγνατία, η Θεσσαλονίκη ξεδιπλώνεται στο βιβλίο σαν θεατρική σκηνή, με «ήρωες» τους κατοίκους της, μόνιμους ή προσωρινούς.

Ο θρύλος της Μαύρης Πέτρας
Κάποιες σελίδες, μάλιστα, έχεις την εντύπωση ότι καθοδηγούν μια αόρατη μαζική ψυχοθεραπεία, καθώς αντιμετωπίζουν κατάματα τα «τραύματα» της πόλης με μια πιο ανάλαφρη και ευχάριστη ματιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ιστορία με τίτλο Έρωτας και Θάνατος τη νύχτα του μεγάλου σεισμού. Όσοι δεν έζησαν τον φονικό σεισμό των 6,5 ρίχτερ το 1978 μάλλον αγνοούν ότι εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης βρισκόταν η πολυκατοικία που καταπλάκωσε 49 ανθρώπους. Ή δυσκολεύονται να καταλάβουν γιατί το μεγάλο ρολόι στο «κούτελο» της Στοάς Μαλακοπής επιμένει να δείχνει «έντεκα και εφτά πρώτα λεπτά». Ήταν η ώρα που άρχισε να σείεται η γη. Οι σταματημένοι δείκτες έχουν αναλάβει τον ρόλο ενός άτυπου μνημείου της κακιάς στιγμής.

Εξ ου και το λογοπαίγνιο του τίτλου: σαν χιονοστιβάδα, ο χρόνος παρασύρει μνήμες, προσωπικές και συλλογικές, δημιουργώντας ένα βιου-μάστερ με εικόνες του χθες.
Ο Στέφανος επιλέγει να ξορκίσει την κακιά στιγμή και το βαθύ στρες μιας ολόκληρης γενιάς που για ένα καλοκαίρι κοιμόταν σε σκηνές, παραθέτοντας μια καθημερινή ερωτική ιστορία. Ανάμεσα στα νυχτερινά πάρτι που έστηναν οι φοιτητές με κιθάρες στο ΑΠΘ, την ατμόσφαιρα που μύριζε θανατικό και τις τηλεοράσεις που μια μετέδιδαν φάσεις από το Μουντιάλ της Αργεντινής και την άλλη έδειχναν δηλώσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή για το μέλλον της πόλης, μια φίλη του θυμάται με ενθουσιασμό το πρώτο της φιλί. Όπως με ενθουσιασμό, σε μια άλλη αφήγηση, ο συγγραφέας ξεθάβει το ασύλληπτο ρεκόρ πόντων του καλαθοσφαιριστή του Ηρακλή, Αριστείδη Μούμογλου. Τον Ιούλιο του 1972, ο Αριστείδης σκόραρε 145 πόντους εναντίον του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τρίποντα. Κάπως έτσι, η Θεσσαλονίκη μπήκε στη λίστα των μπασκετικών ρεκόρ.

Εκτός από αληθινές ιστορίες, που μοιάζουν με μύθο, όπως αυτή του Μούμογλου, το βιβλίο φλερτάρει αρκετά με τη μυθοπλασία. Φέρ’ ειπείν, μια παράδοση θέλει κάθε δεκαπέντε ημέρες, μόλις χτυπούν μεσάνυχτα, στην οδό Μαύρης Πέτρας στην Άνω Πόλη, να ανοίγει μια πύλη που, αν τη διαβείς, εγκλωβίζεσαι στον σαλονικιώτικο χωροχρόνο και δεν επιστρέφεις ποτέ. Η πύλη ανοίγει στο σημείο όπου σήμερα οι κάτοικοι απολαμβάνουν χαλαροί τα ουζάκια και τις ρετσίνες τους, μπροστά από το ουζερί Τσινάρι (σημαίνει «πλάτανος» στα τουρκικά). Ο θρύλος της Μαύρης Πέτρας –που τα δυο μου αγόρια με παρακαλούν νυσταγμένα να πάμε εκεί μεσάνυχτα για να ταξιδέψουν στο άγνωστο– οφείλει τη γέννησή του σε ένα διήγημα του ερευνητή και συγγραφέα Παντελή Γιαννουλάκη. Ουσιαστικά, πρόκειται για την κανονικοποίηση ενός αστικού μύθου, ο οποίος μπλέκεται ταυτόχρονα με μια σύντομη περιγραφή της ιστορίας της γειτονιάς, όπου εποίκισαν το 1923 οι Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Το σύμπαν του Πεντζίκη
Οχτώ το πρωί, συναντώ τον Στέφανο στο αγαπημένο του στέκι Local, στην Παλαιών Πατρών Γερμανού. Μαζί με το μπαρ Berlin, εκεί όπου ο Γιάννης Αγγελάκας σέρβιρε ποτά ως μπάρμαν στους Μπίλι Μπο και Αλέξανδρο Ιόλα, αποτελούν τα πιο σύγχρονα τοπόσημα της πόλης σε αυτό το ιδιότυπο σλάλομ που επιχειρεί ο συγγραφέας ανάμεσα στην ποπ κουλτούρα, τις ιστορικές αφηγήσεις και τις ξεχασμένες ιστορίες. Το δε Local, που ξεκίνησε το 1962 από τον Γιάννη Ευαγγελόπουλο ως παντοπωλείο-καφενείο, σερβίροντας ούζο με μεζέ, και σήμερα ο γιος του Νίκος το έχει εξελίξει σε ένα από τα διασημότερα σημεία συνάντησης της πόλης, εμφανίζεται ως η «μήτρα» των ιστοριών. Το μέρος δηλαδή όπου ο Στέφανος επεξεργάζεται και συνθέτει τις πληροφορίες του για να γράψει, όπως τότε, όταν έφτιαξε το περιοδικό SOUL, και μαζί με την ομάδα του χρησιμοποιούσαν τα τραπεζάκια του ως στρατηγείο.

Τον ρωτάω ποια από τις ιστορίες είναι η αγαπημένη του. Αφού μου διευκρινίζει ότι στον Θανάση παρέδωσε 100 κείμενα για εικονογράφηση, από τα οποία ο σχεδιαστής επέλεξε σαράντα πέντε κυρίως βάσει της έμπνευσης που του προκαλούσαν, απαντάει σταράτα, διαβάζοντάς μου κάτι που είχε σημειωμένο στο μαύρο του τετράδιο με ακατανόητα γράμματα φαρμακοποιού. «Πιστεύω πως καμιά πόλη στον κόσμο δεν είναι δυνατό να διδάξει όσα αυτή σήμερα. Η καθημερινότητα, η ιστορία, η αρχιτεκτονική και το κλίμα οδηγούν τον πολίτη της στο να υιοθετεί συγκεκριμένες συμπεριφορές και να βιώνει την αληθινή πραγματικότητα, πολύ διαφορετική από αυτήν που βιώνουν οι άλλοι Έλληνες».

Αυτή τη φράση τη διατύπωσε σε μια παλιά συνέντευξη ο Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και αυτοδίδακτος ζωγράφος Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, ο οποίος, σύμφωνα με τον Στέφανο, μυθοποίησε τη Θεσσαλονίκη ως ιδανικό χώρο περιήγησης της αληθινής πραγματικότητας. Γι’ αυτό και η αγαπημένη του ιστορία βρίσκεται στη σελίδα 51 με τίτλο Μια άσκηση τάι τσι με τη μέθοδο του δασκάλου Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη. Ο συγγραφέας, στο φανάρι της Εγνατίας με την Αγία Σοφία, ακριβώς απέναντι από το φαρμακείο του Πεντζίκη, στέκεται και παίρνει τη στάση του Σταυρού, ταυτίζοντας ουσιαστικά το σώμα του με το γεωγραφικό «σώμα» της Θεσσαλονίκης. Τα μάτια κοιτούν στον Όλυμπο, η πλάτη γυρισμένη στην Άνω Πόλη, το δεξί του χέρι αγγίζει νοητά το Χαρμάνκιοϊ (Ελευθέριο-Κορδελιό) και το αριστερό του εφάπτεται με τη γέφυρα, προέκταση της Εγνατίας, που μόλις τη διαβείς «ελευθερώνεσαι» σαν άσπρο άτι για τη Χαλκιδική.

«Αυτός είναι ο πυρήνας του βιβλίου, η πόλη να εμφανίζεται σαν σώμα κι εγώ, ως άλλο σώμα, να προσπαθώ να τη βιώσω. Όσο αλλάζει το σώμα της πόλης, που ως ανοιχτό μουσείο είναι υπό συνεχή διαμόρφωση, έτσι αλλάζουμε κι εμείς μαζί της», καταλήγει. Όσο συζητούσαμε, ακούγονταν τα «τριξίματα» από το σούρσιμο των καρεκλών που η υπάλληλος του καφέ προσπαθούσε να τακτοποιήσει. Κάπως έτσι άκουγε και τα ψαλιδίσματα του Θανάση μετά τα μεσάνυχτα η γυναίκα του Βάσω, ο οποίος πάλευε με εκατοντάδες χαρτάκια. «Επειδή τα κείμενα του Στέφανου είναι πιο ροκ εν ρολ και λιγότερο λογοτεχνικά, αποφάσισα να κάνω μια πιο εικαστική εικονογράφηση για να μη μοιάζει το βιβλίο με περιοδικό. Επέλεξα το χαρτί, γιατί ως υλικό δεν σου επιτρέπει να φλυαρήσεις, με ένα δύο κοψίματα έπρεπε να υποστηρίξω το κείμενο», λέει ο Θανάσης, που ήρθε στην παρέα μας μία ώρα αργότερα.

«Να υπάρχουμε αξιοπρεπώς»
Οι δυο τους, φίλοι Ξανθιώτες −ο Στέφανος ήταν συμμαθητής με την αδελφή του Θανάση− που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ’80 για να διεκδικήσουν τους εαυτούς τους «όπως τους ονειρεύτηκαν», δούλευαν μαζί με τον συγγραφέα Γιώργο Σκαμπαρδώνη, ο οποίος προλογίζει το βιβλίο στην εφημερίδα Μακεδονία. Η επανασύνδεσή τους στο χαρτί θα μπορούσε να είναι και μία από τις ιστορίες του βιβλίου. «Μας κοιτούσα όλους μαζί να δουλεύουμε στο ατελιέ, τον Στέφανο να γράφει, τη γυναίκα του τη Βάγια να διορθώνει τα κείμενα, τη Βάσω, τη σύζυγό μου, να βοηθάει σε ό,τι χρειάζομαι, και δεν ήξερα ποια χρονιά είναι. Αρχές του 2000 που ήμασταν στη Μακεδονία ή το 2026;» μοιράζεται αφιλτράριστα το déjà vu του ο Θανάσης, ο οποίος το 2002 έφερε στη Θεσσαλονίκη το πρώτο βραβείο «Εύγε» για τη δουλειά του στις Επιλογές, το ένθετο περιοδικό της εφημερίδας.

Τα πολύχρωμα και συμβολικά έργα του Θανάση, τα οποία έχει φωτογραφίσει για το βιβλίο ο Λάζαρος Γραικός, πρόκειται να παρουσιαστούν σε μια συλλογική έκθεση στη Θεσσαλονίκη τον προσεχή Σεπτέμβριο. Ταυτόχρονα, ο ίδιος δουλεύει τις εικονογραφήσεις για τον δεύτερο τόμο της Χρονοστιβάδας και ακολουθεί τον επιστήθιο φίλο του στις παρουσιάσεις του βιβλίου εντός Θεσσαλονίκης, όπως στην «άτυπη» πρεμιέρα στον υπόγειο χώρο του σχεδιαστικού γραφείου Beetroot. «Ταξιδεύουμε το βιβλίο σε όλες τις γειτονιές της πόλης, από τα δυτικά μέχρι τα ανατολικά. Είναι ένας φόρος τιμής στη Θεσσαλονίκη, που μας φιλοδώρησε με το δικαίωμα να υπάρχουμε αξιοπρεπώς», προσθέτει ο Στέφανος, λίγο πριν χωριστούμε.

«Ταξιδεύουμε το βιβλίο σε όλες τις γειτονιές της πόλης. Είναι ένας φόρος τιμής στη Θεσσαλονίκη, που μας φιλοδώρησε με το δικαίωμα να υπάρχουμε αξιοπρεπώς». – Στέφανος Τσιτσόπουλος
Ζαλισμένος από την κουβέντα, έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει στα στενά της Θεσσαλονίκης τον Αριστείδη Μούμογλου. Να κοιτάζω κάτω την άσφαλτο, ανάμεσα στα πόδια μου, μήπως και ανοίξει ξανά ο δρόμος από τα ρίχτερ, και να σιγοψιθυρίζω τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου, που, σύμφωνα με την ιστορία του Στέφανου, το πετσόκοψε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για να πάρει την τελική του μορφή. «Σε ποιαν έκσταση επάνω, σε χορό μαγικό, μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε». Στον μαγικό χώρο του σώματος της Θεσσαλονίκης, όπως ακριβώς τη συνέλαβε ο Πεντζίκης. Το δικό της σύμπαν, ο δικός μας μικρόκοσμος.

Το βιβλίο Χρονοστιβάδα των Στέφανου Τσιτσόπουλου και Θανάση Γεωργίου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

