Το ραντεβού γι’ αυτή τη συνέντευξη δόθηκε στο σπίτι του Σπύρου Παπαδόπουλου. Μόνο που, για να φτάσεις εκεί, πρέπει πρώτα να κατέβεις κάτω από τη γη. Κατηφορίζω τη ράμπα μιας πολυκατοικίας και βρίσκομαι σ’ ένα υπόγειο που κάποτε ήταν γκαράζ και σήμερα έχει μεταμορφωθεί σε μια απρόσμενα φιλόξενη κατοικία. Μοτοσυκλέτες παρκαρισμένες η μία δίπλα στην άλλη, μουσικά όργανα αφημένα πρόχειρα στους καναπέδες, βιβλία παντού και η Λίζα, η γάτα του, να περιφέρεται αργόσυρτα με ύφος οικοδέσποινας. «Κάποιοι με κοροϊδεύουν, κάποιοι με επαινούν», μου λέει γελώντας όταν τον ρωτώ πώς πήρε την απόφαση να μετατρέψει ένα πάρκινγκ σε σπίτι. «Από μικρός είχα πάθος με τις μοτοσυκλέτες. Κάποια στιγμή σταμάτησα να τις πουλάω και έμειναν οι επτά πιο αγαπημένες μου. Έπρεπε κάπου να τις βάλω. Βρέθηκε αυτός ο χώρος, ένας φίλος αρχιτέκτονας μου είπε “πάρ’ τον και θα δούμε” και κάπως έτσι προέκυψε αυτό που βλέπεις σήμερα. Στην αρχή ερχόμουν μία-δύο φορές τη βδομάδα. Μετά δυσκολευόμουν να φύγω. “Ας κοιμηθώ κι απόψε εδώ”, έλεγα, μέχρι που τελικά έμεινα μόνιμα. Πλέον είναι και το στέκι μου. Έρχονται φίλοι, κάνουμε πρόβες, μουσικές βραδιές και γλέντια. Όταν ακούω τις μηχανές τους να κατεβαίνουν τη ράμπα, ενθουσιάζομαι σαν μικρό παιδί».
Νιώθω ότι αυτό το σπίτι λέει κάτι και για τον χαρακτήρα σας. Ενώ είστε πολύ μέσα στον κόσμο, ταυτόχρονα μοιάζετε να χρειάζεστε και μια απόσταση από αυτόν. Ισχύει;
Ακριβώς έτσι είναι, όπως το λέτε. Από παιδί μού άρεσε να χώνομαι σε μικρούς χώρους. Όταν είχαμε κόσμο στο σπίτι, πήγαινα και ξάπλωνα κάτω από το τραπέζι. Μου άρεσε να ακούω τους μεγάλους να μιλάνε κι εγώ να ταξιδεύω στις σκέψεις μου. Το ίδιο έκανα και όταν έβρισκα κάποιο μεγάλο χαρτόκουτο. Το έφτιαχνα σαν σπιτάκι, άνοιγα δύο παράθυρα και κλεινόμουν μέσα. Πάντα μου άρεσε να είμαι κάπου χωμένος, στον μικρόκοσμό μου.
Και πώς έτυχε να κάνετε ένα τόσο εξωστρεφές επάγγελμα;
Έτυχε, όπως το είπατε. Εγώ ήθελα να κάνω κάτι χωρίς πολύ κόσμο γύρω μου. Απέναντι από το σπίτι μας, στον Πειραιά, υπήρχε ένας μαραγκός. Πήγαινα με τις ώρες και τον χάζευα να δουλεύει μόνος. Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου μέσα από μια σειρά συμπτώσεων. Μια κοπέλα που μου άρεσε μου ζήτησε κάποτε να την πάω με το μηχανάκι στη Σχολή Πέλου Κατσέλη. Περιμένοντάς την, άκουσα τους μαθητές να συζητούν για τον Αισχύλο, τον Σαίξπηρ, τον Στρίντμπεργκ και σκέφτηκα: «Εγώ γιατί δεν ξέρω τίποτε από αυτά;». Επειδή μου άρεσε να διαβάζω και δεν ήξερα ακόμη τι θέλω να κάνω στη ζωή μου, αποφάσισα να γραφτώ για να μάθω. Πήγα σαν μαθητής, όχι γιατί ήθελα να γίνω ηθοποιός. Μάλιστα, ξανάκανα το δεύτερο έτος δύο φορές με δική μου επιλογή, γιατί λόγω δουλειάς είχα χάσει μαθήματα και δεν ήθελα να μου λείπει τίποτα. Όσο σπούδαζα, δούλευα όπου έβρισκα, από οδηγός μέχρι εισπράκτορας σε ασφαλιστική, για να πληρώνω τα δίδακτρα. Τελείωσα τη σχολή και μάλιστα με άριστα!
Έπειτα έπιασα δουλειά σε ένα θερμοκήπιο στα Καλύβια, με ντομάτες και αγγούρια. Μια μέρα, συνάντησα τυχαία μια παλιά συμμαθήτρια που πήγαινε να δώσει οντισιόν στο Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου. Πήγα μαζί της και βρέθηκα έξω από το θέατρο μαζί με άλλους συμμαθητές, που με πίεζαν να μπω κι εγώ. Δεν ήθελα. Αρνιόμουν, μέχρι που μια πολύ όμορφη γυναίκα που στεκόταν εκεί, μου είπε: «Αφού σου λένε οι φίλοι σου, γιατί δεν πας;». Ήταν η Λήδα Τασοπούλου, η σύζυγος του Ευαγγελάτου. Τελικά μπήκα, γνώρισα τον Ευαγγελάτο και του είπα ευθέως ότι δεν είχα τίποτα να παρουσιάσω. Αντί να με διώξει, μου ζήτησε να κάνω έναν αυτοσχεδιασμό. Έκανα ό,τι μπορούσα, έφυγα ντροπιασμένος και το ξέχασα. Λίγες εβδομάδες αργότερα, χτύπησε το τηλέφωνο στο θερμοκήπιο. Ήταν ο βοηθός του Ευαγγελάτου. «Από σήμερα ανήκετε στη δύναμη του Αμφι-Θεάτρου», μου είπε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ο κόσμος σάς αγάπησε πολύ στους Απαράδεκτους. Πώς νιώθετε σήμερα όταν σκέφτεστε εκείνη την εποχή;
Μου φαίνεται συγκινητικό που οι Απαράδεκτοι εξακολουθούν να «ζουν» μέχρι σήμερα. Και είναι συγκινητικό κυρίως για τη Δήμητρα Παπαδοπούλου. Γιατί αποδεικνύεται ότι είχε μια σπάνια ικανότητα να αφουγκράζεται την κοινωνία και να πιάνει κάτι βαθύτερο μέσα από το χιούμορ της. Γι’ αυτό και το έργο της αντέχει στον χρόνο. Το βλέπω όταν έρχονται μικρά παιδιά και μου λένε: «Να σας παίξουμε μια σκηνή από τους Απαράδεκτους;». Κι αρχίζουν να αναπαριστούν ολόκληρες σκηνές απ’ έξω. Εγώ φυσικά δεν τις θυμάμαι, αλλά είναι εντυπωσιακό να βλέπεις μια σειρά να περνά από γενιά σε γενιά. Νομίζω ότι αυτό που άγγιξε τον κόσμο ήταν και η ελευθερία που είχε. Δεν υπήρχε φόβος ούτε δεύτερες σκέψεις. Υπήρχε μια απενοχοποιημένη τόλμη, ένα χαριτωμένο θάρρος και θράσος μαζί.
Να μιλήσουμε και για μία ακόμη μεγάλη επιτυχία σας; Τη θεατρική κωμωδία Sexy laundry, που μετά από τέσσερα χρόνια επιτυχίας στην Αθήνα ετοιμάζεστε για περιοδεία σε όλη την Ελλάδα φέτος το καλοκαίρι, με τη Ρένια Λουιζίδου. Γιατί πιστεύετε ότι αγαπιέται τόσο πολύ από τον κόσμο;
Γιατί οι θεατές βλέπουν τον εαυτό τους πάνω στη σκηνή. Το έργο μιλά για ένα ζευγάρι που μετρά 25 χρόνια γάμου. Φαινομενικά είναι το τέλειο ζευγάρι. Όμως ο χρόνος έχει κάνει τη δουλειά του. Και αυτό είναι κάτι που αφορά τους περισσότερους ανθρώπους. Βλέπουν καταστάσεις, συζητήσεις και αλήθειες από τη δική τους ζωή.
«Έρχονται μικρά παιδιά και μου λένε: “Να σας παίξουμε μια σκηνή από τους Απαράδεκτους;”. Κι αρχίζουν να αναπαριστούν ολόκληρες σκηνές απ’ έξω».
Πώς βλέπετε σήμερα τον θεσμό του γάμου; Περνάει κρίση;
Νομίζω πως ναι, πνέει τα λοίσθια. Για πολλά χρόνια ο γάμος ήταν σχεδόν υποχρέωση, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Το να μην παντρευτείς ή να χωρίσεις θεωρούνταν αποτυχία. Σήμερα, ευτυχώς, αυτό έχει αλλάξει. Βλέπουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους να φεύγουν από σχέσεις που δεν τους εκφράζουν, χωρίς να μένουν σε αυτές από φόβο ή κοινωνική πίεση. Και τα πολλά διαζύγια δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι άνθρωποι απέτυχαν. Ίσως δείχνουν ότι ο χωρισμός είναι εξίσου φυσιολογικός με τον γάμο. Υπάρχουν, βέβαια, ευτυχισμένοι γάμοι και λαμπρές εξαιρέσεις. Αλλά η ιδέα τού «για πάντα» δεν ταιριάζει σε όλους.
Με αφορμή το έργο, κάνετε απολογισμούς και για τις δικές σας σχέσεις;
Βέβαια. Τον δοκίμασα και εγώ τον γάμο με μια εξαιρετική σύντροφο, αλλά δεν τα κατάφερα. Με βρήκε, όπως λέει και ο Σταυρίδης σε μια παλιά ταινία, «απροετοίμαστο». Ευτυχώς, χωρίσαμε καλά κι έχουμε εξαιρετική σχέση με τον γιο μας. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι εγώ δεν είμαι άνθρωπος του γάμου. Μου αρέσει να είμαι μόνος μου, να έχω τους φίλους μου και τον χώρο μου. Οι γυναίκες μού αρέσουν πολύ και χαίρομαι να υπάρχουν στη ζωή μου, αλλά μέχρι εκεί. Ο γάμος δεν μου ταίριαξε ποτέ πραγματικά.
Σήμερα ζητάτε διαφορετικά πράγματα από μια σχέση απ’ ό,τι όταν ήσασταν νεότερος;
Έχω γίνει πιο δύσκολος. Κάποτε μου αρκούσε να είναι μια γυναίκα όμορφη ή έξυπνη. Σήμερα δεν μου φτάνει αυτό. Θέλω να μου ταιριάζει και ως άνθρωπος, να περνάμε καλά μαζί, να γελάμε, να απολαμβάνω την παρέα της. Το σημαντικό είναι να λειτουργεί η σχέση και στις στιγμές που δεν υπάρχουν «αγάπες και λουλούδια», αλλά η καθημερινότητα. Εκεί φαίνονται όλα.
Έχετε έναν γιο τριαντάρη. Βλέπετε διαφορές στον τρόπο που οι νεότερες γενιές αντιμετωπίζουν τις σχέσεις;
Νομίζω πως τα παιδιά σήμερα είναι πιο δυσκολεμένα. Και κάπως πιο άτολμα. Μεγάλο μέρος της ζωής και της επικοινωνίας τους περνά πια μέσα από μια οθόνη, κι έχω την αίσθηση ότι αυτό τους έχει κάνει να «αποσωματοποιήσουν» τον έρωτα. Τον έχουν, δε, απλουστεύσει τόσο πολύ, από πολύ μικρή ηλικία, που φτάνουν στα είκοσι και τους περιμένει ο ψυχαναλυτής στη γωνία. Θυμάμαι όταν ο γιος μου ήταν μικρός, του έλεγα κάθε βράδυ ένα παραμύθι με τον Ζορό, όπου όλα πήγαιναν τέλεια. Και εκνευριζόταν. «Τι λες, μπαμπά; Βάλε έναν κακό, βάλε μια δυσκολία να τον νικήσει ο Ζορό», μου έλεγε. Κι αυτή είναι η ουσία. Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την περιπέτεια της διαδρομής, όχι μόνο το αποτέλεσμα.
Ενημερώνεστε καθόλου για την επικαιρότητα;
Διαβάζω μόνο εφημερίδες. Νομίζω ότι διαβάζοντας μια εφημερίδα ξέρεις όσα χρειάζεται να ξέρεις, χωρίς να χάνεσαι στις λεπτομέρειες.
Πώς βλέπετε αυτό που συμβαίνει σήμερα πολιτικά και κοινωνικά στην Ελλάδα;
Κατ’ αρχάς, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Αυτό είναι σημαντικό να το θυμόμαστε, γιατί αλλιώς βγάζουμε λάθος συμπεράσματα. Οι άνθρωποι είναι πάνω κάτω ίδιοι παντού και οι εποχές επηρεάζουν τους πάντες. Μπορεί να διαφέρουν οι αντιδράσεις ή το βιοτικό επίπεδο, αλλά οι αγωνίες είναι κοινές. Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο είναι η φτώχεια. Θυμάμαι κάποτε είπα σε κάποιον: «Έλα, μωρέ, με ένα τάλιρο το παίρνεις αυτό». Και μου απάντησε: «Μην το λες έτσι, γιατί εγώ αυτή τη στιγμή δεν έχω ούτε ένα τάλιρο πάνω μου». Με έστησε στον τοίχο.
Όλα είναι σχετικά. Κάποτε το ζητούμενο ήταν να έχεις να φας. Εγώ τα έχω περάσει αυτά. Δεν είχαμε να φάμε στην κυριολεξία και μας έδιναν μόνο ένα παξιμάδι με λάδι και ζάχαρη. Σήμερα, μπορεί να έχεις να φας και πάλι να νιώθεις φτωχός, όταν δεν μπορείς να κάνεις στοιχειώδη πράγματα που κάνουν οι υπόλοιποι ή όταν αγχώνεσαι για τον λογαριασμό του ρεύματος. Πέρα από αυτό, έχω την αίσθηση ότι η ανοησία έχει χτυπήσει κόκκινο. Το βλέπεις και στους ηγέτες και στους πολίτες. Δεν ξέρω αν οι ανόητοι ηγέτες βγάζουν ανόητους πολίτες ή οι ανόητοι πολίτες ανόητους ηγέτες. Σαν το αυγό και την κότα είναι. Δεν νομίζω ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει την καλύτερή της φάση. Η απληστία υπήρχε πάντα, αλλά τώρα είναι και η τεχνολογία, τα σόσιαλ μίντια, ξέρετε. Εκεί υπάρχει ένας τεράστιος θυμός, μια οργή που ξεσπά πάνω σ’ έναν αόρατο εχθρό. Αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο.
Ας ελαφρύνουμε λίγο τη συζήτηση. Βλέπω ένα μπουζούκι δίπλα σας. Σας αρέσει η μουσική;
Πολύ. Μου αρέσει να παίζω μπουζούκι. Έτσι ξεκουράζομαι. Ακόμα και όταν διαβάζω, μετά από λίγο αφήνω το βιβλίο, πιάνω για λίγο το μπουζούκι, χαλαρώνω και έπειτα συνεχίζω.
«Δεν ξέρω αν οι ανόητοι ηγέτες βγάζουν ανόητους πολίτες ή οι ανόητοι πολίτες ανόητους ηγέτες. Σαν το αυγό και την κότα είναι».
Μιλώντας για μουσική, αφήσατε και μια σπουδαία παρακαταθήκη στην τηλεόραση με το Στην υγειά μας, ρε παιδιά.
Κι αυτό έγινε λίγο άθελά μου! (γέλια). Μου έκαναν μια πρόταση για μια ψυχαγωγική εκπομπή και σκέφτηκα ότι το μόνο που πραγματικά ξέρω είναι τα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσα και αγάπησα. Ξεκινήσαμε για έναν χρόνο και τελικά κράτησε δεκαοκτώ. Πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται: «Το ζω όντως τώρα αυτό; Και μάλιστα με πληρώνουν για να το κάνω;». Αυτό που με χαροποιεί περισσότερο είναι ότι σήμερα η εκπομπή λειτουργεί σαν μια μικρή μουσική βιβλιοθήκη. Μουσικοί και τραγουδιστές ψάχνουν ακόμα παλιές εκπομπές και μαθαίνουν πράγματα. Το μεγαλύτερο κέρδος, βέβαια, ήταν οι άνθρωποι που γνώρισα. Η πιο ξεχωριστή περίπτωση ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης. Πήγαινα συχνά στο σπίτι του, μιλούσαμε με τις ώρες. Ήταν τεράστια προίκα για μένα.

Ακούγοντάς σας, έχω την αίσθηση ότι η ζωή σάς πήγε σε μέρη που ίσως δεν είχατε σχεδιάσει, αλλά τελικά σάς ταίριαξαν απόλυτα.
Έτσι είναι. Νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη για το πού με πήγε η ζωή, ό,τι κι αν γίνει από εδώ και πέρα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς σχέδιο. Εγώ είμαι το αντίθετο. Ακόμα κι όταν κάνω σχέδια, στο τέλος θα τα μουντζουρώσω. Αφήνω τη ζωή να με πηγαίνει, σαν να είμαι βάρκα στη θάλασσα. Και δεν φοβάμαι. Όχι επειδή δεν έχει κύματα, αλλά επειδή έχω μάθει να αντέχω.
Μιλώντας για αντοχή, περάσατε και μια σοβαρή περιπέτεια με την υγεία σας. Πώς «έγραψε» μέσα σας αυτό;
Δεν ξέρω αν αυτό που θα πω είναι γενναιότητα, μοιρολατρία ή κυνισμός. Εγώ πάντα το έβλεπα πολύ απλά: ποιος είμαι εγώ για να μη μου συμβεί; Δεν μπήκα στιγμή στη λογική τού «γιατί σ’ εμένα;». Εξαρχής είπα: «Ο καρκίνος τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου». Συνέχισα να ασχολούμαι με όσα αγαπώ και να κοιτάζω τη ζωή μου. Δεν λέω «είμαι γενναίος και θα το νικήσω». Απλώς αδιαφορώ παγερά. Έτσι λειτουργώ. Και, απ’ ό,τι μου λένε και οι γιατροί, ίσως τελικά αυτός να είναι και ο καλύτερος τρόπος να το αντιμετωπίζεις.
Ποια είναι η εικόνα της απόλυτης ευτυχίας για εσάς;
Η Νάξος. Από εκεί ήταν η μητέρα μου και έχω βαθύ δεσμό με το νησί. Όταν την έχασα, βρήκα ένα υπέροχο σπίτι, λίγο απομονωμένο, και ξέρω ότι όταν αποσυρθώ, εκεί θα πάω. Πηγαίνω χρόνια με μια βάρκα που έχω. Ξεκινάω απ’ το Λαύριο και μόλις πλησιάζω και αρχίζω να βλέπω να ασπρίζει πάνω από τη Χώρα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, το μοναστήρι όπου πήγαινα μικρός με τη μάνα μου, γίνομαι ξανά πέντε χρόνων. Εκείνη τη στιγμή δεν με νοιάζει τίποτα. Αυτή είναι η απόλυτη ευτυχία για μένα.
Η παράσταση Sexy laundry με τον Σπύρο Παπαδόπουλο και τη Ρένια Λουιζίδου σε καλοκαιρινή περιοδεία: Σάββατο 27/06 στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού και ακολουθούν παραστάσεις εντός και εκτός Αθηνών όλο το καλοκαίρι. Προπώληση: more.com

