«Το δικό μου στρες έχει να κάνει με τη μετακίνηση», μου λέει η Δήμητρα Ν., 57 ετών, που τρέχει να προλάβει τα ραντεβού και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Εργάζεται στον Ασπρόπυργο, στον τομέα των logistics, με αποτέλεσμα οι αποστάσεις να κάνουν τη ζωή της μαρτύριο επί καθημερινής βάσεως. Βρισκόμαστε και οι δύο στον σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα, μπροστά από μια οθόνη που θέτει ερωτήσεις όπως «τις τελευταίες δύο εβδομάδες πόσο συχνά νιώσατε ότι δεν μπορείτε να ελέγξετε τα σημαντικά πράγματα στη ζωή σας;», για να μετρήσει το πόσο στρεσαρισμένοι είμαστε. Αυτό είναι το Στρεσόμετρο, το βασικό εργαλείο για τη νέα έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από 19 έως 24 Μαρτίου σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, μια πρωτοβουλία της Uber με την επιστημονική εγκυρότητα της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ). Η λειτουργία του είναι απλή και οικεία: απλές και στοχευμένες ερωτήσεις για να καταγράψει το στρες μας από το 0 έως το 100.
Η Δήμητρα παραδέχεται ότι είναι αγχώδης και ότι έχει συχνά δυσκολία να κοιμηθεί· τα πράγματα πάνε καλύτερα από τότε που ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή, αλλά δεν είναι εντελώς καλά. Οι ερωτήσεις του Στρεσόμετρου επιβεβαιώνουν αυτό που γνώριζε ήδη: ότι η συσσώρευση οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων την πιέζει έντονα αυτή την περίοδο. Μπροστά από την οθόνη σχηματίζεται μια ουρά όπου οι γυναίκες είναι αισθητά περισσότερες από τους άνδρες. Αναρωτιέμαι αν είναι, όντως, πιο στρεσαρισμένες ή απλώς περισσότερο ειλικρινείς με τα συναισθήματά τους. H αριθμητική υπεροχή των γυνακών επιβεβαιώνεται και από τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία δημοσιεύει σήμερα πρώτο το «Κ»: όσον αφορά το φύλο όσων επέλεξαν να σταθούν μπροστά στο Στρεσόμετρο, το 64% ήταν γυναίκες, το 35% άνδρες, ενώ ένα μικρό ποσοστό (1%) δήλωσαν ότι ανήκουν σε άλλη κατηγορία φύλου, σε δείγμα 1.023 ατόμων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Σχετικά με την ηλικία, οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν 18-24 ετών (42%), με τις ηλικίες 25-34 (24%), 44-55 (21%) και 35-44 (13%) να ακολουθούν. Η περίπτωση της Δήμητρας Ν. είναι χαρακτηριστική, αλλά όχι η μόνη – μάλιστα η ίδια έχει φτάσει στο σημείο να ονειρεύεται να τα παρατήσει όλα και να γυρίσει στο χωριό της, κοντά στο Γαλαξίδι. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που το στρες τούς «γονατίζει» καθημερινά. Γιατί, λοιπόν, η ζωή στην ελληνική πρωτεύουσα απέχει τόσο πολύ από την έννοια της ηρεμίας και σε ποιους καθοριστικούς παράγοντες ρίχνει φως η νέα αυτή έρευνα;

Άλλο άγχος, άλλο στρες
«Στην ψυχιατρική, ο κλινικός όρος είναι “άγχος” και όχι “στρες”. Είναι έννοιες κοντινές, αλλά όχι ταυτόσημες. Πράγματα που μας δυσκολεύουν στην καθημερινότητα (κίνηση στους δρόμους, αργοπορίες των μέσων μαζικής μεταφοράς) δεν είναι από μόνα τους άγχος· είναι δυσκολίες. Μπορούν, όμως, αθροιστικά να συμβάλουν στη δημιουργία μιας κλινικής κατάστασης», εξηγεί ο Κίμων Προμπονάς, ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής, όταν του ζητάω να με βοηθήσει να ξεκαθαρίσω κάποιες βασικές έννοιες στο μυαλό μου. Άλλωστε οι περισσότεροι από εμάς συγχέουμε μεταξύ τους τις έννοιες του άγχους, τους στρες, της θλίψης αλλά και της κατάθλιψης. «Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν μια κατηγορία κλινικών οντοτήτων. Οι καταθλίψεις αποτελούν μια άλλη, ξεχωριστή κατηγορία, στις συναισθηματικές διαταραχές. Είναι διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει, όμως, μια μεγάλη “παγίδα”: η συννοσηρότητα μεταξύ τους. Συχνά ξεπερνά το 50%. Εκεί τα πράγματα κλινικά μπερδεύονται. Μπορεί κάποιος να πληροί τα κριτήρια και για τα δύο ή να πληροί τα κριτήρια για το ένα και να πλησιάζει πολύ το άλλο.
Υπάρχει σημαντική επικάλυψη (overlapping), παρότι πρόκειται για διαφορετικές κλινικές οντότητες», λέει βάζοντας τα πράγματα σε μια σειρά. «Για να ορίσουμε, λοιπόν, μια κλινική οντότητα, βασικό κριτήριο είναι η χρονική διάρκεια. Αν αισθάνομαι άσχημα μία-δύο μέρες, δεν σημαίνει ότι έχω κατάθλιψη. Δεν υπάρχει το απαραίτητο χρονικό κριτήριο».
Αντίστοιχα, αν κάποιος στρεσαριστεί έντονα για μια-δυο μέρες –μια μετακόμιση, ένα αγχωτικό deadline στη δουλειά, αναμονή αποτελεσμάτων από ιατρικές εξετάσεις–, δεν σημαίνει ότι πάσχει από Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή (ΓΑΔ). «Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν λέμε ότι έχουμε άγχος ως διαταραχή. Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε στρες· είναι μια λέξη πιο “ευέλικτη”, για να περιγράψει καθημερινές πιέσεις», συμπληρώνει ο κ. Προμπονάς.

Γρήγοροι ρυθμοί, αργή μετακίνηση, υψηλό κόστος ζωής
«Δεν θεωρώ ότι είμαι αγχώδης, νόμιζα ότι θα με βγάλει πιο χαμηλά», μου λέει ο Σπύρος Σ., 18 ετών, φοιτητής από το Αίγιο, που «σκόραρε» 80 στα 100 στο Στρεσόμετρο. Είναι φανερά ξαφνιασμένος, αλλά συνειδητοποιεί ότι η αλλαγή περιβάλλοντος τον έχει επηρεάσει. «Στην Αθήνα, ο χρόνος περνάει πολύ γρήγορα, ενώ οι μετακινήσεις γίνονται πολύ αργά», συμπληρώνει. Όπως διαβάζουμε στην έρευνα, ένα υψηλό ποσοστό (40,6%) των ατόμων αναφέρει ότι βιώνει συχνά στρες σχετικά με την πιθανότητα καθυστέρησης (τις περισσότερες από τις μισές μέρες της εβδομάδας ή καθημερινά) λόγω προβλημάτων στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή λόγω κίνησης στους δρόμους.
«Η πρώτη εικόνα που θα επέλεγα για να περιγράψω τη ζωή στην Αθήνα είναι ο Κηφισός το μεσημέρι», αναφέρει ο Δημήτρης Γαλάνης, πρόεδρος της ΕΠΑΨΥ, του φορέα που «έτρεξε» την έρευνα. «Είναι μια πραγματικά στρεσογόνα κατάσταση, είτε βρίσκεσαι μέσα στην κίνηση είτε την παρακολουθείς απ’ έξω». Μάλιστα, αν ο ίδιος έπρεπε να δώσει μια δεύτερη εικόνα για την αθηναϊκή πραγματικότητα, αυτή θα ήταν οι δείκτες ενός ρολογιού, ώστε να περιγράψει τους τρελούς ρυθμούς ζωής που βιώνουμε, ενώ μια τρίτη θα ήταν ένα αυτοκίνητο που δεν δίνει προτεραιότητα στους πεζούς στη διάβαση, ένα χαρακτηριστικό, όπως λέει, της έλλειψης εμπιστοσύνης που δείχνουμε στους κανόνες και τους θεσμούς. «Σε άλλα μέρη δεν συμβαίνει αυτό. Η Αθήνα, δυστυχώς, δεν είναι φιλική προς τους πεζούς και τους ποδηλάτες».Σχετικά με τις μετακινήσεις, σύμφωνα με την έρευνα, το 51% χρησιμοποιεί κυρίως ΜΜΜ. Το 33,5% χρησιμοποιεί ιδιωτικό όχημα, το 12% μετακινείται με τα πόδια και το 3,5% με ταξί. Επίσης, ο χρόνος μετακίνησης είναι για το 35% πάνω από μία ώρα, για το 31% από 30 λεπτά έως μία ώρα, για το 25% από 15 έως 30 λεπτά και για το 9% κάτω από 15 λεπτά. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσοι ξοδεύουν περισσότερο από μία ώρα την ημέρα για τη μετακίνησή τους καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα στρες, προσθέτοντας 7,37 μονάδες πίεσης σε σχέση με αυτούς που μετακινούνται λιγότερο.
Φυσικά, δεν είναι οι ατέλειωτες ουρές από αυτοκίνητα ή η αδυναμία να πάρει κανείς το ποδήλατο οι μοναδικές δυσκολίες που στρεσάρουν τους Αθηναίους. Στην ερώτηση της έρευνας για το πόσο δύσκολο είναι να καλυφθούν τα μηνιαία έξοδά τους, το 35% απαντά ότι είναι δύσκολο, το 32% ότι δεν είναι καθόλου δύσκολο, ενώ μικρότερα ποσοστά το χαρακτηρίζουν πολύ δύσκολο (16%), πάρα πολύ δύσκολο (6%) ή μέτρια δύσκολο (2,5%). Είναι ξεκάθαρο ότι οι οικονομικές δυσκολίες απασχολούν πάρα πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου. «100 στα 100, όπως ακριβώς το περίμενα», μου λέει η Νίκη Φ., 51 ετών, εργαζόμενη σε συμβολαιογραφείο, σχετικά με το δικό της «σκορ» στο Στρεσόμετρο. «Τα ενοίκια έχουν εκτοξευτεί… στον Θεό, τα επιδόματα και τα βοηθήματα δεν είναι αρκετά», τονίζει, περιγράφοντας τη δύσκολη πραγματικότητα που βιώνει ως μονογονέας ενός κοριτσιού στην εφηβεία, το οποίο πάσχει από αυτοάνοσο. Όταν τη ρωτώ αν θα «άφηνε» την Αθήνα, απαντά: «Με μεγάλη ανακούφιση, αλλά δεν μπορώ». Ο λόγος; Δεν νιώθει ασφαλής ότι, πλην κάποιων μεγάλων νοσοκομείων, οι υγειονομικές δομές της Περιφέρειας θα παρείχαν τη φροντίδα που η ίδια θέλει για το παιδί της. Άλλωστε, σύμφωνα και με τη νέα έρευνα, η δυσκολία στο να ανταποκριθεί κανείς στις μηνιαίες οικονομικές του υποχρεώσεις αποτελεί ίσως τον πιο ισχυρό επιβαρυντικό παράγοντα για τη ζωή στην ελληνική πρωτεύουσα: η οικονομική δυσχέρεια αυξάνει σημαντικά το συνολικό σκορ του στρες (κατά 8,58 μονάδες).

Γιγάντιες πόλεις, γιγάντιες απαιτήσεις
«Χρειάζομαι περίπου δύο ώρες τη μέρα για να πάω και να γυρίσω στη δουλειά μου», αναφέρει η Μαρία Σ., 28 ετών, ιδιωτική υπάλληλος. Μάλιστα, θεωρεί ότι η χρήση αυτοκινήτου θα ήταν ακόμη χειρότερη, λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης και της δυσκολίας στάθμευσης. Έχοντας ζήσει σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αντιλαμβάνεται ότι αυτό είναι κοινός τόπος, η εμπειρία της όμως στις Βρυξέλλες (πρωτεύουσα μεν, μικρότερη και πιο εύκολη στις μετακινήσεις δε) τη βάζει σε σκέψεις. «Αν είχα μείνει εκεί, θα είχα περίπου το 40% του στρες που έχω τώρα», λέει γελώντας, ενώ πιστεύει ότι περισσότερη τηλεργασία ίσως θα βοηθούσε την αθηναϊκή καθημερινότητα.
Όσοι ξοδεύουν περισσότερο από μία ώρα την ημέρα στη μετακίνησή τους καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα στρες, προσθέτοντας 7,37 μονάδες πίεσης.
«Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία με την άλλη όσο είναι σήμερα. Και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα», λέει ο Κίμων Προμπονάς, υπενθυμίζοντας τη γνωστή ρήση του Αντώνη Σαμαράκη. Σύμφωνα με τον ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή, το αστικό περιβάλλον είναι απαιτητικό∙ ζητά όλο και περισσότερα από εμάς σε θέματα εργασιακής επιτυχίας και χρημάτων. Είτε μιλάμε για τη Νέα Υόρκη, είτε για το Κάιρο, είτε για την Αθήνα (μεγαλουπόλεις, δηλαδή, με εντελώς διαφορετική οικονομική δυναμική), η βασική συνθήκη είναι μία: πίεση για μεγαλύτερες επιδόσεις. «Αυτό συνδέεται και με δείκτες όπως οι αγχώδεις διαταραχές, η κατάθλιψη, ακόμη και τα ποσοστά αυτοκτονιών, που είναι ιδιαίτερα υψηλά στις μεγάλες πόλεις. Αυτοί είναι “σκληροί” δείκτες, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση», τονίζει ο κ. Προμπονάς. Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι αυτή της Νότιας Κορέας: η χώρα της Άπω Ανατολής με την πανίσχυρη οικονομία και την έντονη αστικοποίηση παρουσιάζει δραματικά ποσοστά αυτοκτονιών, με 29,1 θανάτους ανά 100 χιλιάδες ανθρώπους, ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο από τον μέσο όρο (10,8) των υπόλοιπων χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
«Άρα, υπάρχει από τη μία η ευρύτερη συνθήκη της αστικοποίησης, που αυξάνει τις απαιτήσεις και την πίεση, και από την άλλη τα καθημερινά προβλήματα που δημιουργούν στρες (κίνηση, υποδομές, ελλείψεις). Είναι δύο διαφορετικά επίπεδα», τονίζει ο κ. Προμπονάς. Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψη, αναρωτιέμαι για τα λεπτά όρια ανάμεσα σε ένα βαθύ και ίσως χρόνιο ψυχολογικό πρόβλημα και μια απλώς στρεσογόνα περίοδο. «Δεν σημαίνει ότι όλοι έχουμε προβλήματα ψυχικής υγείας ούτε ότι όλοι πρέπει να απευθυνόμαστε σε ειδικούς», ξεκαθαρίζει ο πρόεδρος της ΕΠΑΨΥ, Δημήτρης Γαλάνης. «Αν όμως δούμε αλλαγές –για παράδειγμα δυσκολία στον ύπνο ή στο φαγητό, απομόνωση, απομάκρυνση από δραστηριότητες–, τότε ίσως υπάρχει πρόβλημα και χρειάζεται προσοχή».

Ευρήματα και λύσεις
Θα ήταν υπέροχο ο Κηφισός να μη «φράκαρε» ποτέ, το κέντρο της Αθήνας να ήταν γεμάτο ποδηλατόδρομους και τα ΜΜΜ να έρχονταν πάντα στην ώρα τους. Δυστυχώς, βρισκόμαστε πολύ μακριά από μια τέτοια «ουτοπία». Πώς, λοιπόν, μπορούμε να ατενίσουμε την επόμενη μέρα με περισσότερη αισιοδοξία; Κατ’ αρχάς, για να λυθούν κάποια προβλήματα πρέπει πρώτα να παραδεχθούμε ότι υπάρχουν. Η έρευνα της ΕΠΑΨΥ ρίχνει φως στους δύο βασικότερους παράγοντες στρες στην παρούσα φάση: τη δυσκολία διαβίωσης και τις «ατέλειωτες» μετακινήσεις εντός του αστικού ιστού. Συνολικά, όπως φαίνεται και στα αποτελέσματα, το 57% του δείγματος παρουσίασε αγχώδη συμπτώματα και το 46,5% καταθλιπτικά συμπτώματα, κατά τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Όσον αφορά την κατηγοριοποίηση των επιπέδων αντιλαμβανόμενου στρες; Η πλειονότητα των συμμετεχόντων κατατάχθηκε στην κατηγορία μέτριου στρες (68,6%), ενώ το 16,9% εμφάνισε χαμηλά επίπεδα στρες και το 14,5% υψηλά επίπεδα στρες. «Κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται φροντίδα – και δεν είναι αδύναμοι. Αντίθετα, είναι γενναίο να ζητάς βοήθεια όταν χρειάζεται», τονίζει ο Δημήτρης Γαλάνης. «Θα μπορούσαν να υπάρξουν δράσεις φροντίδας ψυχικής υγείας: περισσότεροι χώροι πρασίνου, χώροι συνάντησης, χώροι “αποφόρτισης” ή καμπάνιες που να προβάλλουν ότι η ψυχική υγεία είναι προτεραιότητα, όπως και η σωματική. Το πιο σημαντικό μήνυμα αυτής της καμπάνιας είναι ότι αποστιγματίζει την ψυχική υγεία και την κάνει προσβάσιμη. Έχουμε δει πολλές αντίστοιχες για σωματικές ασθένειες, αλλά ένα εργαλείο που μετρά έστω στιγμιαία το επίπεδο στρες είναι πολύ σημαντικό». Τι ακριβώς, όμως, προσφέρει; «Φέρνει την ψυχική υγεία στο προσκήνιο, την αποστιγματίζει και την κάνει πιο απλή στην κατανόηση. Τα ερωτηματολόγια είναι επιστημονικά, ψυχομετρικά και διεθνώς χρησιμοποιούμενα, απλώς έχουν διατυπωθεί με πιο απλό τρόπο».
Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθούμε σε κάποια στατιστικά ευρήματα της έρευνας που δεν ήταν ακριβώς αναμενόμενα, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι οι νέοι σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος, με τις ομάδες 18-24 και 25-34 ετών να καταγράφουν τα υψηλότερα σκορ, ενώ η επαγγελματική κατηγορία με το μεγαλύτερο στρες είναι οι φοιτητές. Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα επίπεδα άγχους εντοπίστηκαν στους μεγαλύτερους ηλικιακά (44-55 ετών) και στους συνταξιούχους.
«Κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται φροντίδα – και δεν είναι αδύναμοι. Αντίθετα, είναι γενναίο να ζητάς βοήθεια όταν χρειάζεται», τονίζει ο πρόεδρος της ΕΠΑΨΥ, Δημήτρης Γαλάνης.
«Η πιο άστοχη συμβουλή εκεί έξω είναι το “μην αγχώνεσαι”», λέει γελώντας ο Κίμων Προμπονάς, τονίζοντας ότι δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις απέναντι στο άγχος και στην κατάθλιψη. Αυτά χρειάζονται πολλή «δουλειά» με τον εαυτό μας και τη βοήθεια των ειδικών όταν παύουμε να είμαστε λειτουργικοί. Όσον αφορά το στρες όμως, υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορούμε να κάνουμε, σύμφωνα με τον ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή: «Πρώτον, η κοινωνικοποίηση: να μη δουλεύεις μόνο από το σπίτι, να βγαίνεις, να έρχεσαι σε επαφή με άλλους ανθρώπους, τόσο στη δουλειά όσο και στον ελεύθερο χρόνο. Δεύτερον, η σωματική άσκηση, ιδιαίτερα η αερόβια». Όσο για μια βόλτα στη φύση; «Φυσικά και βοηθά. Στην Αθήνα, όμως, και ιδιαίτερα στο κέντρο, το πράσινο είναι περιορισμένο. Οπότε πόσο ρεαλιστικό θα ήταν να σας προτείνω κάτι τέτοιο ως λύση;» Πράγματι, οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν έχουν άμεση πρόσβαση σε πράσινους χώρους και, ακόμα και αν έχουν, η «βόλτα στο πάρκο» δεν αποτελεί ακόμα μέρος της κουλτούρας μας. Τελικά, η πραγματικότητα που μας ενώνει όλους είναι μία: η αίσθηση ότι συνεχώς «τρέχουμε», χωρίς όμως να γνωρίζουμε ακριβώς πού πάμε. Αγχωτικό συναίσθημα, έτσι δεν είναι;
Τι έδειξε το Στρεσόμετρο
48,53 ήταν η μέση τιμή στρες (με μέγιστο το 100).
68,6% κατατάχθηκε στην κατηγορία μέτριου στρες.
16,9% εμφάνισε χαμηλά επίπεδα και το 14,5 % υψηλά.
57% από τους συμμετέχοντες παρουσίασε αγχώδη και 46,5% καταθλιπτικά συμπτώματα, κατά τις τελευταίες δύο εβδομάδες.
Το 33,4% αισθάνεται έλλειψη ελέγχου «μερικές φορές», ενώ το 31,6% το βιώνει συχνότερα.
Το 42,4% δηλώνει ότι μπορεί να διαχειρίζεται τα προσωπικά του προβλήματα «αρκετά» ή «πολύ συχνά» και το 31,6% «μερικές φορές».
Το 37,4% θεωρεί ότι τα πράγματα εξελίσσονται όπως επιθυμεί «αρκετά» ή «πολύ συχνά», ενώ το 34,1% «μερικές φορές».
Το 27,4% νιώθει ότι οι δυσκολίες συσσωρεύονται «μερικές φορές» και το 30,4% συχνότερα.
*Η έρευνα διενεργήθηκε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σε δείγμα 1.023 ατόμων, με πρωτοβουλία της Uber και την επιστημονική εγκυρότητα της ΕΠΑΨΥ.

