Δεν θυμάμαι σε ποια τάξη του δημοτικού πήγαινα τότε, θυμάμαι όμως καλά τον μεγάλο ενθουσιασμό μου εκείνες τις μέρες. Πήρα ένα πήλινο κεσεδάκι και, ακολουθώντας τις οδηγίες του δασκάλου, έστρωσα δυο δάχτυλα χώμα, άπλωσα από πάνω μια κουταλιά φακές, τις σκέπασα με ακόμα λίγο, πότισα ελαφρώς και τοποθέτησα το δοχείο κοντά στο παράθυρο. Μετά από λίγες μέρες, οι φακές φύτρωσαν και εντυπωσιάστηκα από το πόσο γρήγορα ψήλωναν οι βλαστοί τους. Στη βδομάδα απάνω, φέραμε τις φακές μας στην τάξη, εκτός από εκείνους που τις παραπότιζαν και σάπισαν, για να πάρουν έτσι κουλούρι στο συγκεκριμένο πείραμα του μαθήματος Φυσικής Ιστορίας. Με αυτό το απλό παιχνίδι εμπεδώσαμε πως εντός των σπόρων κρύβονται μεγάλες δυνάμεις και μάθαμε πως τα φυτά, για να αναπτυχθούν, δεν χρειάζονται τίποτε άλλο παρά χώμα, φως και νερό.
Προσωπικώς το πήγα και ένα βήμα παραπέρα, σε πείσμα του δασκάλου, που επέμενε ότι όποιος τις δοκιμάσει θα πάθει στομαχόπονο. Τις βρήκα νοστιμότατες και θυμάμαι ότι επανέλαβα την όλη διαδικασία δυο τρεις φορές – μου άρεσε πολύ να μασουλάω την τρυφερή τους πρασινάδα. Ύστερα, φυσικά, τις ξέχασα ολότελα. Μέχρι που τις συνάντησα ξανά, δύο δεκαετίες αργότερα, σε εντελώς διαφορετική συνθήκη. Ήταν η εποχή που τα φύτρα αποτελούσαν μια ραγδαία αναπτυσσόμενη τάση στον χώρο της υγιεινής διατροφής, ενώ στην αγορά έβρισκες εύκολα διάφορα είδη τους (αλφάλφα, ροβίτσα ή αλλιώς mung bean, ραπανάκι, ηλιόσπορο), ελληνικής μάλιστα παραγωγής.

Η αλήθεια είναι πως στη Δύση αργήσαμε πολύ να ανακαλύψουμε τα οφέλη τους. Μπορεί την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων να έπαιζαν κάποιο ρόλο, καθώς, λόγω της ιδιαίτερα υψηλής περιεκτικότητάς τους σε βιταμίνη C και της εύκολης καλλιέργειάς τους μέσα σε νοτισμένα πανιά, προστάτευαν τα πληρώματα των πλοίων από το σκορβούτο, μόνο όμως μετά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται η μεγάλη θρεπτική αξία τους. Στην Κίνα, αντιθέτως, ήδη πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια υπήρχαν θεραπευτές που γνώριζαν τα μυστικά τους και πρότειναν, ανάλογα με την πάθηση, διαφορετικά είδη τους. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, εκεί τα χρησιμοποιούν κατά κανόνα μαγειρεμένα, διότι θεωρούνται «κρύα», με συνέπεια, όταν τρώγονται ωμά, να επιδεινώνουν χαρακτηριστικά προβλήματα των καταστάσεων «ψύχους», όπως την ατονία και την αδύναμη πέψη. Στην πολύ διαδεδομένη όμως στη χώρα μας περίπτωση της τοξίνωσης του οργανισμού από τις υπερβολές της κρεοφαγίας, της ζάχαρης και του οινοπνεύματος, τα ωμά φύτρα, όταν καταναλώνονται τακτικά, προσφέρουν σημαντική βοήθεια, αρκεί βεβαίως να μη συνεχίζονται οι καταχρήσεις.
Σήμερα δεν βρίσκουμε πια τα φύτρα στη μεγάλη γκάμα που υπήρχαν κάποτε στην αγορά, για όποιον πάντως επιθυμεί να τα παρασκευάζει μόνος του, κυκλοφορούν πολλοί τύποι καλλιεργητικών συσκευών, από απλά γυάλινα βάζα με διάτρητο καπάκι μέχρι πολυώροφες κατασκευές.
Σε περίπτωση τοξίνωσης του οργανισμού από τις υπερβολές της κρεοφαγίας, της ζάχαρης και του οινοπνεύματος, τα ωμά φύτρα, όταν καταναλώνονται τακτικά, προσφέρουν σημαντική βοήθεια.
Σας διαβεβαιώνω ότι το να καλλιεργήσετε φύτρα είναι απλούστατο, δεν απαιτεί τίποτε παραπάνω από το να τα βρέχεις δις ημερησίως. Μέσα σε λίγες μέρες από το αρχικό μούλιασμα των σπόρων, θα μπορείτε να νοστιμίζετε με τα ωμά σας φύτρα σαλάτες, σάντουιτς, σούπες και ομελέτες. Πλεονέκτημά τους αποτελεί και το γεγονός ότι στο ψυγείο διατηρούν τη φρεσκάδα τους για αρκετές ημέρες. Μετά από πολλές δοκιμές κατέληξα ότι αγαπώ περισσότερο τα κάπως καυτερά φύτρα του ραπανιού, τα γευστικότατα του ηλιόσπορου, τα πολύτιμα, λόγω της αντικαρκινικής τους δράσης, του μπρόκολου. Με τον πειραματισμό θα ανακαλύψετε και εσείς ποια σας αρέσουν και σας ωφελούν περισσότερο, δοκιμάζοντας απαραιτήτως πάντως σπόρους που προορίζονται για τέτοια ακριβώς χρήση, καθώς διαθέτουν υψηλή βλαστική ικανότητα και δεν έχουν ψεκαστεί με χημικά σκευάσματα.
Φρόνιμο, τέλος, είναι να ζεματίζετε τα πιο μεγάλα, σαν το στάρι, τη φακή και το ρεβίθι, πρακτική που, χωρίς να μειώνει σημαντικά την ωφελιμότητά τους, εξουδετερώνει ορισμένες φυτοτοξίνες που πιθανώς περιέχουν.

