Ορφέας Αυγουστίδης στο Κ: «Η ζωή είναι δεξαμενή έμπνευσης, όχι η δουλειά»

Ορφέας Αυγουστίδης στο Κ: «Η ζωή είναι δεξαμενή έμπνευσης, όχι η δουλειά»

Στην «Τελευταία κλήση» υποδύεται έναν άνθρωπο έτοιμο να τινάξει –κυριολεκτικά– τα πάντα στον αέρα. Εκτός οθόνης, ο 41χρονος ηθοποιός μάς μιλάει για το πώς μπαίνει στο πετσί των ρόλων του και πώς συνδυάζει θέατρο, σινεμά και… YouTube, βρίσκοντας πάντα χρόνο για την οικογένεια και τα χόμπι του

ορφέας-αυγουστίδης-στο-κ-η-ζωή-είναι-δ-564106105 (Φωτογραφίες: Θάλεια Γαλανοπούλου)
(Φωτογραφίες: Θάλεια Γαλανοπούλου)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Μια Alfa Romeo 75 παρκαρισμένη σε ένα εντελώς άδειο υπόγειο πάρκινγκ. Στη θέση του συνοδηγού, ένας υψηλόβαθμος αστυνομικός με χαρακτηριστικό ’90s δερμάτινο μπουφάν. Σε αυτήν του οδηγού, ένας τύπος με μακριά μαλλιά και μούσια, βγαλμένος από τα Εξάρχεια της ίδιας εποχής. Ανάβουν και σβήνουν τσιγάρα, ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες. Αυτά συμβαίνουν κάτω από τη γη, όσο μια ολόκληρη χώρα βρίσκεται «καρφωμένη» μπροστά στους τηλεοπτικούς της δέκτες: παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000, στο Παγκράτι, ένας κακοποιός, έξαλλος από τις ουσίες που έχει καταναλώσει, κρατάει ομήρους τα τέσσερα μέλη μιας οικογένειας υπό την απειλή χειροβομβίδας. Είναι μια κατάσταση ομηρίας, που όμως έχει μετατραπεί σε επικίνδυνο τηλεοπτικό σόου: ο δράστης συνομιλεί τηλεφωνικά με έναν δημοσιογράφο, αναμεταδίδοντας λεπτό προς λεπτό όσα συμβαίνουν πίσω από τα κλειστά τζάμια του διαμερίσματος. Πρόκειται για ένα έγκλημα σε live μετάδοση, που σπάει κάθε ρεκόρ τηλεθέασης.

Όλοι γνωρίζουμε από πού αντλεί έμπνευση η Τελευταία κλήση. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σερίφ Φράνσις φέρνει στο μυαλό την ιστορία του Σορίν Ματέι, του κακοποιού που «πάγωσε» την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1998. Εκείνο που είναι δύσκολο να ταυτίσω είναι το χαμογελαστό πρόσωπο του Ορφέα Αυγουστίδη με τον ρόλο που ερμηνεύει επί της οθόνης: έναν άνθρωπο έτοιμο να τινάξει –κυριολεκτικά– τα πάντα στον αέρα. «Γεια σου, γιε μου. Ναι, δίνω μια συνέντευξη», λέει και στέλνει ένα πεταχτό φιλί στον πεντάχρονο μπόμπιρα που εισβάλλει στο δωμάτιο. Κάτω από μια αφίσα του κινηματογραφικού Άρχοντα των δαχτυλιδιών, ο 41χρονος ηθοποιός μοιάζει να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον απαιτητικό και «σκοτεινό» χαρακτήρα που ζωντάνεψε για τις ανάγκες της ταινίας.  

Ορφέας Αυγουστίδης στο Κ: «Η ζωή είναι δεξαμενή έμπνευσης, όχι η δουλειά»-1
Πολύδωρος Βογιατζής, Μαρία Ναυπλιώτου και Νίκος Ψαρράς παρακολουθούν με αγωνία.

Υπάρχει αγωνία για τις συγκρίσεις που μπορεί να γίνουν με την πραγματικότητα;

Να ξεκαθαρίσω κάτι: μιλάμε για έναν σύγχρονο μύθο, εμπνευσμένο από κάποια πραγματικά γεγονότα. Δεν υπάρχει χώρος για κουβέντες του τύπου «έτσι έγιναν τα πράγματα ή αλλιώς». Ούτε αν ο δημοσιογράφος ήταν ακριβώς έτσι, ούτε αν η ένταση ήταν αυτή που θυμόμαστε, ούτε αν ο τόνος της ιστορίας –το σασπένς, η μυθοπλασία– ταυτίζεται με τη μνήμη μας. Έγινε μια πολύ μεγάλη κουβέντα για το αν θα προσεγγίζαμε τα γεγονότα με βάση το αρχείο. Και η απάντηση ήταν: Όχι μόνο δεν θα τα προσεγγίσουμε έτσι, αλλά θα μετατοπιστούμε γενναία προς μια καθαρά δημιουργική και καλλιτεχνική κατεύθυνση.

«Όπως με στρίμωξαν, τους στρίμωξα». Παρακολουθώντας την ταινία, ένιωσα ότι αυτή η φράση είναι η πλέον κομβική για την ψυχοσύνθεση του κεντρικού ήρωα.

Η λέξη «απελπισία» ήταν μια έννοια-κλειδί στην κατασκευή του ρόλου, κυρίως όσον αφορά το τάιμινγκ. Πρώτα φτιάχνεις έναν άνθρωπο, ένα πλαίσιο, αποφασίζεις το παρελθόν του και μετά τον πετάς μέσα σε αυτή τη συνθήκη που λέγεται ταινία.

Πόσο σημαντική είναι η φωνή σε έναν χαρακτήρα που «στοιχειώνει» ολόκληρο το τηλεοπτικό κοινό μιας χώρας από το τηλέφωνο;

Θα σου πω την αλήθεια: Όχι, δεν πήγα να αλλάξω τη φωνή μου. Δεν «φόρεσα» μια άλλη φωνή. Στα πρώτα τηλεφωνήματα αποφασίσαμε με τον σκηνοθέτη να μη φωνάζει. Τα ξεσπάσματα θα έπρεπε να είναι μετρημένα∙ να διατηρηθεί το στοιχείο της απειλής. Ένας άνθρωπος που «γαβγίζει» από πολύ νωρίς, πέρα από το ότι δημιουργεί μια ισότονη ένταση χωρίς αυξομειώσεις, σου στερεί τη δύναμη της έκρηξης όταν αυτή έρθει. Εγώ ήξερα πού είναι οι εκρήξεις του ρόλου: είναι ένας άνθρωπος με μια χειροβομβίδα στο χέρι, που προσπαθεί να μείνει ξύπνιος κόντρα σε αυτό που νιώθει το σώμα του· η αδρεναλίνη ανεβάζει τους σφυγμούς του, οι ουσίες που έχει καταναλώσει του προκαλούν τρομερή υπνηλία. Όλο αυτό είναι ένα επικίνδυνο φάσμα που απελευθερώνεται με εκρήξεις, με εντάσεις, 
με αυτοτραυματισμούς. 

Ορφέας Αυγουστίδης στο Κ: «Η ζωή είναι δεξαμενή έμπνευσης, όχι η δουλειά»-2
Ο Γιώργος Μπένος στον ρόλο του δημοσιογράφου που συνομιλεί με τον κακοποιό.

«Θα δείτε μια λάμψη και τίποτε άλλο», λέει στους αστυνομικούς, απειλώντας να αφήσει τη χειροβομβίδα από τα χέρια του. Πώς προσεγγίζεις έναν άνθρωπο που έχει φτάσει σε ένα τόσο ακραίο σημείο;

Για τον συγκεκριμένο ρόλο, διαβάζοντας για περιπτώσεις ατόμων που επέλεξαν να βρεθούν σε τόσο ακραίες συνθήκες –όπως, για παράδειγμα, οι τρομοκράτες της 11ης Σεπτεμβρίου–, συνάντησα μια μυστηριώδη περιοχή ηρεμίας του ανθρώπινου ψυχισμού. Σαν ένα πεπρωμένο που οι ίδιοι αγκαλιάζουν, παίρνοντας βέβαια μαζί τους και αθώους, ανυποψίαστους ανθρώπους. Υπάρχει μια «παράξενη» ησυχία στο μάτι του κυκλώνα. Το ανθρώπινο σώμα δεν ξεσπά πάντα με ακραίο τρόπο. Είναι σαν να κάνει ένα «κλικ» και να επιστρέφει στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις». Χρειάζεται την ψυχραιμία για να φέρει εις πέρας αυτή την, πέρα από τη λογική, πράξη που ετοιμάζεται να κάνει.  Όταν επιτρέπεις, ως ηθοποιός, στιγμιαία στο συναίσθημά σου να μην έχει από πουθενά να κρατηθεί –να μην έχεις τον έλεγχο της φωνής σου, της ψυχραιμίας σου, να μην έχεις καμία άγκυρα ελπίδας–, είναι πιθανό να τρομάξεις. Εγώ προσπάθησα να υπάρχουν στην Τελευταία κλήση τέτοιες σκηνές, αλλά είναι προφανώς κάτι από το οποίο χρειάζεται να πάρεις αποστάσεις αφού ολοκληρωθούν τα γυρίσματα. Το σώμα δεν είναι προορισμένο να βουτάει σε αυτές τις συνθήκες. Για τον ρόλο αυτόν θεώρησα ότι θα πρέπει να εμφανίζεται ένα σώμα «μπερδεμένο»∙ ένα σώμα που δεν ξέρει αν μπορεί να φωνάξει, που δεν ξέρει αν η φωνή είναι πάνω ή κάτω, δεν έχει τον έλεγχο, μπορεί να κάνει «κοκόρια», μπορεί να μιλάει σιγά σε κάποιον που βρίσκεται μακριά, να ουρλιάζει στο αυτί κάποιου που βρίσκεται δίπλα του.

Σινεμά, θέατρο, YouTube

Θεωρώ ότι η αναπαράσταση της δεκαετίας του 1990 είναι τρομερά επιτυχημένη στην ταινία. Σαν να ταξιδεύει πίσω στον χρόνο ο θεατής.

Θέλω να σε ενημερώσω ότι οι παραγωγές που έχουν να κάνουν με τα ’90s θεωρούνται πια ταινίες εποχής [γέλια]. Αν, δηλαδή, δουλεύεις στο production design και προσπαθείς να κάνεις αναπαράσταση μιας εποχής, όταν καταπιάνεσαι με την εν λόγω δεκαετία, χρειάζεται να γίνει re-creation του 80% του περιβάλλοντος, των ρούχων, των κουρεμάτων…

Πρωταγωνιστείς αυτή την περίοδο στο θεατρικό Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα, του Γκέοργκ Κάιζερ, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου. Τελικά, μπορεί ένα τέτοιο έργο γεμάτο μαύρο χιούμορ, να στηλιτεύσει πιο εύστοχα τα κακώς κείμενα γύρω μας από ό,τι μια «ρεαλιστική» κινηματογραφική ταινία; 

Ανάλογα με το στομάχι και την ψυχή που τα καταναλώνουν. Δεν μπορείς να πεις ποια κουζίνα είναι ικανή να ικανοποιήσει όλο τον πλανήτη· άλλοι προτιμούν japan fusion και άλλοι μεσογειακή. Έχει να κάνει με τις προσλαμβάνουσες, με τη στιγμή, με τη διαθεσιμότητα του κοινού. Για κάποιους είναι πιο εύκολο μια ταινία να τους μετακινήσει, γιατί και τα «κανάλια» τους και η αγωγιμότητά τους είναι αυτών των ποιοτήτων – και δεν το λέω αξιολογικά. Για άλλους, το θέατρο. Η θεατρική σκηνή έχει και αυτή τη μαγεία: δεν έχει πάντα ανάγκη το ρεαλιστικό πλαίσιο. Αφήνει πράγματα στη φαντασία και στις ανάγκες κάθε θεατή ξεχωριστά, να προβάλλει, να κατευθύνει αυτό που ο ίδιος νιώθει· αυτό που τον ανακατεύει και τον απελπίζει, αλλά και αυτό που τον κάνει να ονειρεύεται και να ελπίζει ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα – ή ότι υπάρχει ελπίδα στην ανθρωπότητα και στην ίδια του τη ζωή, έστω για λίγο. Ειδικά το είδος του θεάτρου με το οποίο έχω ασχοληθεί τον τελευταίο καιρό δεν είναι αμιγώς ρεαλιστικό. Αυτό διαφέρει πολύ από μια ταινία καθαρού ρεαλισμού, που πραγματεύεται κάτι πολύ συγκεκριμένο. Όλα, όμως, έχουν να κάνουν με το κοινό. Πάντα με το κοινό και με το πώς το δέχεται.

Είναι απαιτητικό έργο για το κοινό. Σε ταλαιπωρεί η σκέψη για το αν ο θεατής θα καταλάβει τελικά τι είδε;

Δεν θέλω να κάνω θέατρο ούτε για τους λίγους ούτε για τους πολλούς, «για το ταμείο» που λέμε. Θέλω να εκφράζω την άποψή μου για κάτι που θεωρώ ότι αξίζει να ειπωθεί. Στόχος είναι να γεφυρωθούν αυτά τα περίπου 115 χρόνια που μεσολαβούν από τη συγγραφή του έργου μέχρι σήμερα και να νιώσει το κοινό πόσο σύγχρονο και «to the point» παραμένει. Σε κάποιες παραστάσεις το κοινό χρειάζεται να προσπαθήσει περισσότερο για να συνδεθεί, σε άλλες λιγότερο. Ευτυχώς, το θέατρο αλλάζει. Κι εμείς είμαστε εδώ για να προσπαθούμε, να αφουγκραζόμαστε την ανάγκη, να ανοίγουμε δρόμους –άλλοτε έτσι, άλλοτε αλλιώς– και να βλέπουμε. Δεν είναι ένας μαραθώνιος με τελικό στόχο. Είναι μια ανάγκη. Όσο υπάρχει ανάγκη, πρέπει να υπάρχει και κίνηση. Και όταν σταματήσει να υπάρχει πραγματική ανάγκη –το λέω και στον εαυτό μου–, τότε καλό είναι να σταματήσεις να κινείσαι χωρίς λόγο.

Ορφέας Αυγουστίδης στο Κ: «Η ζωή είναι δεξαμενή έμπνευσης, όχι η δουλειά»-3
Σκηνή από τα γυρίσματα.

Τι δουλειά έχεις να παίζεις επιτραπέζια στο YouTube;

Η Συντροφιά ήταν μια ιδέα του Ζήση Ρούμπου: να παίζουμε Dungeons and Dragons [σ.σ: επιτραπέζιο που έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό μέσω του Stranger Things] και να κάνουμε κάτι σαν εκπομπή, ένα netcast. Με τον τελευταίο δεν γνωριζόμασταν από τη δουλειά, γνωριστήκαμε μέσα από ένα forum για επιτραπέζια. Είχαμε πει τότε να παίξουμε κανένα βράδυ. Πιο συγκεκριμένα, μου είχε πει: «Έχω παιδί, να το κοιμίσω και βλέπουμε». Και είχα απαντήσει: «Το ίδιο κι εγώ». Στον ελεύθερο χρόνο μου –και εδώ στο σπίτι, με τη σύντροφό μου– προσπαθώ να εντάξω και το χόμπι μου στη ζωή μας. Μας αρέσει πάρα πολύ, συλλέγουμε εδώ και χρόνια επιτραπέζια και διοργανώνουμε συχνά game nights με φίλους στο σπίτι. 

Αναζητώντας τον προσωπικό χρόνο

Τι είδους ταινίες σού αρέσει να βλέπεις;

Τεράστια κουβέντα… Είμαι σινεφίλ από τότε που άνοιξα τα μάτια μου. Μεγάλωσα μέσα στους θερινούς κινηματογράφους. Αυτό ήθελα να κάνω τελειώνοντας το σχολείο. Το σπούδασα κιόλας, σε μία από τις ιδιωτικές σχολές εδώ∙ σκηνοθεσία κινηματογράφου. Αν προσπαθήσω να το πω όσο πιο καθαρά γίνεται: μου αρέσει η ταινία να μετακινεί κάτι μέσα σου και όχι απλώς να είναι κάτι που «γλιστράει», σαν μαγιονέζα στο φαγητό. Από τον Αντρέι Ταρκόφσκι μέχρι το κορεατικό σινεμά και από τον Μίκαελ Χάνεκε μέχρι την Επιστροφή στο μέλλον του Ρόμπερτ Ζεμέκις, όλα αυτά για μένα έχουν ένα κοινό: είναι φτιαγμένα με αγάπη, με γνώση, με ρίσκο της εποχής τους – κάτι που σήμερα είναι πιο δύσκολο να βρεθεί.

Δεν βοηθούν συνήθως και οι πλατφόρμες…

Ναι, το Netflix έχει κάνει μεγάλη ζημιά. Είμαι από αυτούς που μπορούν να δουν τις ταινίες του Μπέλα Ταρ, να τους κρατήσει στην άκρη του καναπέ ένα αργό πλάνο, γιατί βρίσκω νόημα ακόμα και στις σιωπές. Με τις πλατφόρμες, όμως, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που δέχτηκα να κλείσω μια ταινία μετά από 20 λεπτά –κάτι που, μάλιστα, έγινε ρουτίνα– επειδή, πολύ απλά, δεν μου έλεγε τίποτα.

Ορφέας Αυγουστίδης στο Κ: «Η ζωή είναι δεξαμενή έμπνευσης, όχι η δουλειά»-4

Το ότι είσαι παιδί δύο ηθοποιών (Μαρία Τζομπανάκη, Ντίνος Αυγουστίδης) δεν λειτούργησε ποτέ αποτρεπτικά για σένα;

Όχι, με προστάτευσε. Έβλεπα δύο ανθρώπους να δουλεύουν καθημερινά με ελάχιστη επαγγελματική ασφάλεια, αλλά τεράστια αφοσίωση. Και κατάλαβα ότι, αν υπάρχει φλόγα και νόημα, είναι φυσικό να ακολουθήσεις αυτόν τον δρόμο. Και όσο φυσικό είναι να κουβαλάς τις δυσκολίες, άλλο τόσο φυσικό είναι και να έχεις ένα απαιτητικό πρόγραμμα.

«Έμαθα πια να μην κουβαλάω πολλά καρπούζια στην ίδια μασχάλη και κυρίως να λέω: Δεν πειράζει, ας μην τα κάνω όλα». 

Κάνεις σινεμά, θέατρο, τηλεόραση, YouTube. Προσωπική ζωή;

Υπάρχει. Βιώνω μια νορμάλ καθημερινότητα. Έχοντας δουλέψει για μεγάλες περιόδους, επτά στις επτά ημέρες την εβδομάδα και για 18 ώρες τη μέρα, πλέον βάζω όρια και προσπαθώ οι δουλειές να διαδέχονται ομαλά η μία την άλλη. Δεν είναι η σωματική κούραση το πρόβλημα, είναι το burnout το πνευματικό, αλλά και η διαθεσιμότητα που οφείλεις να έχεις με τη σύντροφό σου, με το παιδί σου. Έμαθα πια να μην κουβαλάω πολλά καρπούζια στην ίδια μασχάλη και κυρίως να λέω: «Δεν πειράζει, ας μην τα κάνω όλα». Άλλωστε, αν δεν σε τροφοδοτήσει η ζωή, είναι σαν να πίνεις ξανά και ξανά το ίδιο νερό που υπάρχει μέσα στο σώμα σου. Για μένα, η δεξαμενή έμπνευσης είναι η ζωή, όχι η δουλειά.

Η τελευταία κλήση, σε σκηνοθεσία Σέριφ Φράνσις, θα προβάλλεται από τις 19 Μαρτίου στους κινηματογράφους, από την Tanweer.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT