Σουρουπώνει και έβαλε κρύο, είναι ώρα να φτιάξω το αγαπημένο μου χειμωνιάτικο ρόφημα. Βράζω νερό, το ρίχνω στο τσαγερό, πάνω από μια γενναία ποσότητα τσαγιού του βουνού, προσθέτω μισή κουταλιά μέλι και ένα κομματάκι ξύλο κανέλας. Η ευωδιά του ακαταμάχητου συνδυασμού τους μου θυμίζει πως στο πήλινο δοχείο κρύβονται μπισκότα, κανέλας φυσικά. Απλώνω το χέρι και κλέβω μόνο δύο, φοβάμαι πάντως πως θα υπάρξει και συνέχεια. Στα μαγειρέματά μου τα ξυλαράκια αλλά και η τριμμένη κανέλα δίνουν και παίρνουν· τούτο μάλλον οφείλεται στις καταβολές μου, καθότι στην επτανησιακή κουζίνα η κανέλα θεωρείται βασίλισσα των μπαχαρικών. Πρόκειται ασφαλώς για επιρροή της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας (χωράνε μπόλικα εισαγωγικά σε αμφότερες τις λέξεις), η οποία για αιώνες κατείχε τις Ιόνιες Νήσους – είναι γνωστό πως οι Βενετσιάνοι λάτρευαν την κανέλα επειδή αποκόμιζαν τεράστια οικονομικά οφέλη μονοπωλώντας το εμπόριό της στην Ευρώπη. Περιζήτητη όπως ήταν, μόνο για εύπορους βεβαίως, έπιανε τιμή αδιανόητη για μας σήμερα, που πλέον την αγοράζουμε με τη σέσουλα. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι στην αρχαία Ρώμη στοίχιζε σχεδόν όσο το ασήμι, ενώ στον Μεσαίωνα, για να προμηθευτείς ένα κιλό, χρειαζόσουν τα μεροκάματα μισού χρόνου. Οι έμποροι δικαιολογούσαν την υψηλή τιμή της αναπαράγοντας ένα ευφάνταστο παραμύθι, που καταγράφει ο «πατέρας» της Ιστορίας, Ηρόδοτος, του οποίου την αξιοπιστία ουδείς αμφισβητούσε μέχρι την Αναγέννηση: «Τα κλαριά της, που από τους Φοίνικες μάθαμε να τα λέμε κιννάμωμον, τα φέρνουν μεγάλα πουλιά στις από λάσπη καμωμένες φωλιές τους που ’ναι σκαρφαλωμένες σε απόκρημνα βουνά, έτσι που άνθρωπος να μην μπορεί να τις πλησιάσει. Ο τρόπος που σκαρφίστηκαν οι Άραβες για να τα μαζεύουν είναι να τεμαχίζουν βόδια, γαϊδάρους και άλλα ζώα σε κομμάτια που μεταφέρουν κοντά στις φωλιές. Απομακρύνονται μετά και περιμένουν μέχρι τα πουλιά να μεταφέρουν τα κρέατα στις φωλιές, οι οποίες όμως δεν αντέχουν στο μεγάλο βάρος και γκρεμίζονται. Τότε οι άνθρωποι παίρνουν το κιννάμωμον και το εμπορεύονται σε άλλες χώρες».
Στην αρχαία Ρώμη στοίχιζε σχεδόν όσο το ασήμι, ενώ στον Μεσαίωνα, για να προμηθευτείς ένα κιλό, χρειαζόσουν τα μεροκάματα μισού χρόνου.
Εποφθαλμιούσαν όμως και άλλες δυνάμεις τα προνόμια που προσφέρει η αποκλειστικότητα στη διακίνηση των καρυκευμάτων. Ούτε ο ισχυρός στόλος των Ενετών, μήτε τα μυθεύματα των πραματευτάδων κατόρθωσαν να αποτρέψουν τη χρηματοδότηση του Χριστόφορου Κολόμβου από τη βασίλισσα Ισαβέλλα της Ισπανίας, ώστε να ανοίξει μια συντομότερη διαδρομή προς την Κεϋλάνη και τα νησιά των άλλων μπαχαρικών. Άλλο πράγμα βεβαίως ανακάλυψε εκείνος στα ταξίδια του, πολύ πιο προσοδοφόρο για τους Ισπανούς κατακτητές του Νέου Κόσμου. Πορτογάλοι ήταν τελικά οι πρώτοι λευκοί που κατέλαβαν την Κεϋλάνη για να επιβάλουν εντατικούς τρόπους παραγωγής της κανέλας, τους οποίους διατήρησαν αργότερα οι Ολλανδοί και οι Βρετανοί, που κατά σειρά τούς διαδέχτηκαν. Μέχρι σήμερα η διαδικασία που ακολουθείται για την παραγωγή είναι η ίδια: κόβονται οι πλούσιοι σε αιθέριο έλαιο νεαροί βλαστοί του αειθαλούς δέντρου της κανέλας (Cinnamomum verum), αφαιρείται ο σκληρός, εξωτερικός φλοιός τους και αποξηραίνεται ο εσωτερικός σε μορφή μακριών λωρίδων, δίνοντας έτσι, μετά από κοπή στο κατάλληλο μήκος, το ξύλο κανέλας του εμπορίου.
Για τους τρόπους αξιοποίησης του «θερμού», ηδέος και λίαν απολαυστικού αρώματος της κανέλας στη μαγειρική και στη ζαχαροπλαστική, θα μπορούσα να παραθέσω κατεβατά από συνταγές, σίγουρα όμως είναι πια πολύ απλό να ανακαλύψετε μόνοι όσες δεν γνωρίζετε ήδη. Ολοκληρώνοντας το συνοπτικό πορτρέτο της, θα υπογραμμίσω μόνο πως δικαίως οι ιατροί της αρχαιότητας τη θεωρούσαν σημαντικό φάρμακο. Σήμερα χρησιμοποιείται σε πλήθος σκευάσματα για τις αντισηπτικές, σπασμολυτικές, χωνευτικές και τονωτικές της ιδιότητες, ενώ επίσης δρα ως ισχυρό αντιοξειδωτικό.

