Τα καλοκαίρια στην Ερμούπολη του τότε ήταν μαγικά. Κάθε πρωί βουτάγαμε στη θάλασσα και αμέσως μετά παίζαμε μπάλα με την επάνω γειτονιά. Η αντιπαλότητα ήταν έντονη, συνήθως χάναμε, αλλά παίρναμε πίσω το αίμα μας, κυριολεκτικά σχεδόν, στον άγριο κουκουναροπόλεμο που συνήθως ακολουθούσε. Μόνο τα Σάββατα άλλαζε το πρόγραμμα, έκανα μισό μεροκάματο στην οικογενειακή βιοτεχνία παραγωγής λουκουμιών ενός συμμαθητή μου. Έμαθα να ζυγίζω τα υλικά και να φτιάχνω σιρόπι – η δαιμονοποίηση της ζάχαρης θα αργούσε πολύ ακόμα. Μια φορά, ο παππούς του έφτιαχνε παστέλι για ένα πανηγύρι, τον βοηθήσαμε να ρίξει στο καζάνι σουσάμι, αμύγδαλα και μέλι, αναλάβαμε την ανάδευση και έπειτα μαζί απλώσαμε το μείγμα πάνω στο μάρμαρο για να κοπεί. Ενθουσιάστηκα τόσο με τη διαδικασία και το γευστικό αποτέλεσμα, που δεν έπαψα ποτέ από τότε να την επαναλαμβάνω. Εκείνη η παιδική εμπειρία φαίνεται πως ήταν και το έναυσμα για την ίδρυση μιας μονάδας παραγωγής βιολογικών παστελιών και μπαρών στην οποία δραστηριοποιούμαι εδώ και μία δεκαετία. Τολμώ να πω ότι οι ξένοι πελάτες μας, σε αντίθεση με τους εγχώριους, που μάλλον αδιαφορούν, ξαφνιάζονται θετικά όταν μαθαίνουν πως το ελληνικό παστέλι είναι ίσως το αρχαιότερο σνακ της ανθρωπότητας. Ελπίζω να σας φανεί ενδιαφέρουσα η ηλικίας είκοσι πέντε αιώνων σχετική περιπέτεια που κατέγραψε ο Ηρόδοτος. Ξεκινά με τριακόσιους Κερκυραίους νεαρούς, οι οποίοι, ως αιχμάλωτοι των Κορινθίων, προορίζονταν για ευνούχοι της περσικής Αυλής – άγρια ήταν τα τότε ήθη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους δραπέτευσαν και κατέφυγαν ικέτες σε ένα ιερό της Αρτέμιδος στη Σάμο. Οι Κορίνθιοι που τους συνόδευαν προσπάθησαν να τους εξαναγκάσουν να εγκαταλείψουν το απαραβίαστο άσυλο, εμποδίζοντας τον εφοδιασμό τους με τρόφιμα. Όμως οι Σαμιώτες έστηναν κάθε βράδυ γύρω από τον ναό γιορτή και κρυφά πάνω στον χορό τούς προμήθευαν απλά γλυκίσματα φτιαγμένα από σουσάμι και μέλι. Και αυτό κράτησε ώσπου οι Κορίνθιοι φρουροί απέπλευσαν άπραγοι και οι Σάμιοι επέστρεψαν αισίως τους νέους στην Κέρκυρα.
Λόγω της αγάπης μου για παστέλι αλλά και της τάσης μου να προσεγγίζω ό,τι θεωρώ σημαντικό με ολιστικό τρόπο, στην πορεία ασχολήθηκα με τη μελισσοκομία. Για λίγα χρόνια μόνο όμως, διότι ένα, παραλίγο μοιραίο, συμβάν με ανάγκασε να σταματήσω. Στην καλλιέργεια του σουσαμιού τα πήγα πάντως περίφημα, πετύχαμε μεγάλες αποδόσεις σε εξαιρετικής ποιότητας σπόρο. Εκεί επίσης κατάλαβα γιατί το σουσάμι που καταναλώνουμε στη χώρα μας είναι εισαγόμενο· απαιτούνται, βλέπετε, πολλά (υψηλά σε σύγκριση με των χωρών προέλευσής τους) μεροκάματα, επειδή η συγκομιδή του δεν γίνεται από θεριστική μηχανή, λόγω απουσίας συγχρονισμού στην ωρίμανση των φυτών και άρα μη δυνατότητας χρήσης θεριστικής μηχανής.
Θεωρείται άριστη τροφή για παιδιά και αθλητές, ενώ η τακτική κατανάλωσή του θωρακίζει τις γυναίκες που κινδυνεύουν από οστεοπόρωση.
Αρκετοί πια γνωρίζουν πως το σουσάμι αποτελεί πλούσια πηγή ασβεστίου, μαγνησίου, σιδήρου και βιταμίνης Ε, ενώ επίσης βοηθά στον έλεγχο των επιπέδων χοληστερόλης και προστατεύει από καρδιαγγειακές παθήσεις. Θεωρείται άριστη τροφή για παιδιά και αθλητές, ενώ η τακτική κατανάλωσή του θωρακίζει τις γυναίκες που κινδυνεύουν από οστεοπόρωση. Φαίνεται επίσης πως το ακόμα ελάχιστα γνωστό στα μέρη μας μαύρο σουσάμι (μην το μπερδεύετε με το μαυροσούσαμο, αλλιώς μαύρο κύμινο) υπερέχει, σε μικρό πάντως βαθμό, του λευκού. Υπάρχουν όμως δύο προβλήματα: αμφότερα έχουν σκληρό φλοιό που δυσχεραίνει την πέψη τους, ενώ επίσης περιέχουν φυτικό οξύ, έναν ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα της αφομοίωσης των μεταλλικών στοιχείων. Ενδείκνυται λοιπόν να μουλιάζονται πρώτα μερικές ώρες σε νερό, ώστε να ξεπλένεται το φυτικό οξύ, και αφού στεγνώσουν στον φούρνο να αλέθονται. Γνωρίζω εκ πείρας ότι είναι μπελάς. Κυκλοφορεί ευρέως όμως η απλή λύση που λέγεται λευκό ταχίνι. Πρόκειται για σπόρους σουσαμιού που, πριν αλεστούν, μουλιάζονται για να αφαιρεθεί ο φλοιός τους. Κάποια πολύτιμα συστατικά όμως, είναι αλήθεια, χάνονται με την αποφλοίωση· ισχύει μάλλον για τις υγιεινές τροφές ό,τι και στη ζωή: δεν γίνεται, δυστυχώς, μόνο να κερδίζουμε.

