Στο χώρο του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, λίγοι είναι εκείνοι που ασχολήθηκαν με όλες τις πτυχές της καλλιτεχνικής έκφρασης και κυμάνθηκαν ταυτόχρονα σε υψηλές στάθμες δημιουργίας. Ο Γιώργος Μητσάκης (1921 – 17/11/1993), στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, όταν έκανε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία, ξεχώρισε αμέσως για τη δύναμη των στίχων του, την πολυποίκιλη μουσική του φλέβα, τη σωστή ερμηνεία του και τη μαστοριά του στο μπουζούκι. Άλλοτε στιβαρός και δωρικός κι άλλοτε αρχοντορεμπέτης και περιπαικτικός, ο Μητσάκης είχε το χάρισμα να διαφοροποιείται από τους ομότεχνους του. Ακόμα και ως προσωπικότητα αλλά και ως φιγούρα πάνω στο πάλκο «πέρασε» το δικό του ύφος και στυλ. Στην περίπτωσή του, η γνωστή ρήση «Όπου Γιώργος και μάλαμα…» βρίσκει την απόλυτη επιβεβαίωσή της.
Ο Μητσάκης ήταν γιος ψαρά και εγγονός ταβερνιάρη. Ο λόγος στον ίδιο¹ :
«Εγώ γεννήθηκα στην Πόλη. Τον πατέρα μου τον λέγανε Στέφανο και τη μητέρα μου Αθηνά. Γεννήθηκα στο Μπέικος. Ο παππούς μου είχε ανοίξει ένα μαγέρικο εκεί κοντά στα δικαστήρια και σιγά-σιγά είχε αποκτήσει φήμη. Ο πατέρας μου άρχισε να ψαρεύει. Πήρε και μια βάρκα –εγώ ήμουν τότε πολύ μικρός– πήρε και τη μάνα μου κι εμένα και πήγαμε και μείναμε στην Πρίγκηπο, σε κάτι παράγκες κοντά στην παραλία. Εκεί μένανε όλοι οι ψαράδες. Σιγά σιγά τα κατάφερνε, πούλαγε τα ψάρια του, όχι όμως και πολύ σπουδαία πράγματα. Θυμάμαι πως έφτιαχνε τη λακέρδα, γιατί η λακέρδα έχει μεγάλη μαεστρία. Άκου λοιπόν. Καταρχήν έπλενε πολύ καλά να φύγει όλο το αίμα, έκοβε σε ρολό, σε φέτες, το ψάρι. Ενδιάμεσα το ψάρι έχει τη σπονδυλική του στήλη, λοιπόν περνούσε το τσάκνο (το λεπτό ψάθι) της σκούπας μέσα στο κόκκαλο και αφαιρούσε το μεδούλι. Μετά τη διατηρούσε όσο καιρό ήθελε. Δεν ξέρω, νομίζω πάντως πως το μεδούλι και το αίμα την αλλοιώνανε και γι’ αυτό την αφαιρούσε».
Ενδιαφέρον έχει και το μετά της οικογένειας Μητσάκη, με τον πατέρα του να παραμένει μια ζωή ψαράς:
«Εγώ γεννήθηκα το 1921. Αλλά έχω κι άλλο ένα πιστοποιητικό γεννήσεως το 1924. Κι αυτό γιατί είχαν αρχίσει να κυνηγάνε τους Ρωμιούς. Τα πράγματα σιγά-σιγά είχαν αρχίσει να γίνονται δύσκολα για μας τους Έλληνες. Είδαμε κι αποείδαμε, δε μας σήκωνε ο τόπος και αποφάσισε ο πατέρας μου να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα. Φορτώσαμε τα πράγματά μας σ’ ένα ιταλικό πλοίο, μια σακαράκα, «Αμπάζια» λεγότανε. Και έπειτα από δεκαεφτά μέρες ταξίδι –πιάσαμε Αλεξανδρούπολη, πιάσαμε Θάσο– φτάσαμε στην Καβάλα. Αυτό έγινε το 1935. Του πατέρα μου όμως δεν του πολυάρεσε. Αλλά και η μάνα μου φώναζε γιατί είχε ένα θείο ενωμοτάρχη στο Βόλο κι ήθελε να πάμε εκεί, μας είχε καλέσει ο θείος να πάμε κοντά του. Εκεί εγκατασταθήκαμε σ’ ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Βόλο, την Άφυσσο. Ψαροχώρι ήτανε, ο πατέρας μου ψάρευε εκεί, ήτανε κι ο θείος εξουσία, αρχίσαμε λοιπόν να τα βολεύουμε κάπως».
Μια από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες του Μητσάκη, που πλέον έχουν τραγουδήσει… οι πάντες, είναι εμπνευσμένη και από τον πατέρα του:
Πηγή: Γαστρονόμος
