45 λεπτά σε έναν φούρνο του Βελιγραδίου

Περάσαμε ένα πρωινό στον φούρνο Ljupče, μια από τις παραδοσιακές γαστρονομικές νησίδες του Βελιγραδίου, παρατηρήσαμε την ιεροτελεστία του μπούρεκ και ακούσαμε τις πρωινές κουβέντες των ντόπιων

5' 54" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σάββατο, οκτώ και σαράντα πέντε το πρωί. Το Βελιγράδι ξύπνησε θεόστραβα, διότι ο πρόεδρος Αλεκσάνταρ Βούτσιτς αποφάσισε να κλείσει τους δρόμους για μια διαδήλωση που θα γινόταν το απόγευμα υπέρ του έργου του κόμματός του. Πολύ πριν οι λεωφόροι της πόλης γεμίσουν με λεωφορεία από πληρωμένους και μη υποστηρικτές του που ταξίδεψαν από κάθε άκρη της χώρας για να δώσουν το παρόν έξω από το Κοινοβούλιο και ανακοινώσει την μελλοντική παραίτησή του από το αξίωμα, αποφασίστηκε το κλείσιμο των δρόμων σε μια ακτίνα αρκετών μέτρων, φράζοντας την ελεύθερη διακίνηση από το ένα μέρος της πόλης στο άλλο. Ένας πόλεμος νεύρων στην ατμόσφαιρα, για τον οποίο κανείς δεν άξιζε να πολεμήσει, σε αντίθεση με άλλα, πιο σημαντικά ζητήματα στη Σερβία.

Την ίδια στιγμή, στη συνοικία της Παλίλουλα, ένας αγωγός νερού έσπασε και πλημμύρισε τους δρόμους της γειτονιάς. Αλίμονο σε όσους φορούσαν σαγιονάρες και έφαγαν τα μούτρα τους στο οδόστρωμα, που έβαλαν τα καλά τους και βράχηκαν από τα διερχόμενα αυτοκίνητα και που ένιωσαν το νερό να μπαίνει μέσα στη σόλα. «Το να ξυπνάς ένα πρωί σαν κι αυτό, πίνοντας καφέ με κάποιον, θα μπορούσε να μοιάζει με ευτυχία», μου στον νου ένα τσιτάτο –με μπόλικη ειρωνεία– του δημοσιογράφου, συγγραφέα και ραδιοφωνικού παραγωγού Ντούσαν Ράντοβιτς (1922 – 1984), ο οποίος καλημέριζε κάθε πρωί τους Βελιγραδιώτες με φράσεις σαν κι αυτές. Παρά τον ήλιο, όχι, δεν ήταν ένα ευτυχισμένο πρωινό, ούτε ο καφές μπορούσε να το διορθώσει. Μοναδική ελπίδα, το μπούρεκ του Λιούπτσε.

45 λεπτά σε έναν φούρνο του Βελιγραδίου-1
Σημείο αναφοράς στη γειτονιά της Παλίλουλα, ο φούρνος Ljupce δεν έχει αλλάξει από το 1970 που άνοιξε. Οι θαμώνες μπορεί να αλλάζουν, ωστόσο τα τραπεζάκια στο πλάι, οι ουρές έξω από τον φούρνο και η μυρωδιά του μπούρεκ μένουν αναλλοίωτες.

Στα δέκα χρόνια που επισκέπτομαι το Βελιγράδι, σε όποια γειτονιά του κι αν μένω, μια μικρή παράδοση που κρατάω είναι μια πρωινή επίσκεψη για μπούρεκ στον φούρνο Ljupče. Βρίσκεται από το 1970 στο ίδιο σημείο, στην οδό Νταλματίνσκα 14, στη συνοικία της Παλίλουλα. Από την επιγραφή στα κυριλλικά, η οποία έχει διατηρηθεί ατόφια, χωρίς μοντερνισμούς και προσαρμογές σε νέες μόδες, ο καθένας καταλαβαίνει ότι όλα έχουν μείνει ίδια από τον καιρό που υπήρχε μια χώρα που την έλεγαν Γιουγκοσλαβία.

Κάθε πρωί, σε αυτόν τον μικροσκοπικό χώρο που καταλαμβάνει μια γωνιά του οικοδομικού τετραγώνου, ο Λιούπτσε Μιχαϊλόφσκι δε σταματάει να ανοίγει φύλλο, να ζυμώνει, να ψήνει και να βγάζει ταψιά με μπούρεκ. Ξεμυτίζει από το εργαστήριό του, χαιρετάει τους παλιούς θαμώνες και αφήνει το ταψί στην προθήκη. Όσο η μία υπάλληλος κανονίζει τα του ταμείου, η άλλη περιμένει λίγα λεπτά να κρυώσει και ύστερα κόβει με ένα ειδικό κυματιστό μαχαίρι την πίτα. Η κρούστα γυαλίζει από το λάδι και σπάει σαν πάγος στο άγγιγμα του μαχαιριού. Η γυναίκα πριονίζει με μανία μια τριγωνική φέτα και την σερβίρει πάνω σε λαδόκολλα σε ένα πλαστικό πιάτο, λέγοντας το «izvolite» (η σέρβικη εκδοχή του «ορίστε») με χαμόγελο και παχύ, σλάβικο λάμδα, σαν ευχή.

45 λεπτά σε έναν φούρνο του Βελιγραδίου-2
Το μπούρεκ με κιμά και τυρί σερβίρεται σε λαδόκολλα, με απαραίτητο συνοδευτικό μια πόσιμη εκδοχή γιαουρτιού.

«Θα μου βάλεις εκατό πενήντα γραμμάρια τυρί και πενήντα κρέας», παραγγέλνει ένας. Ζυγίζοντας το πιάτο, ο άνδρας της κάνει παρατήρηση. «150 γραμμάρια πρέπει να είναι. Ξέρω μαθηματικά».

«Κύριε, δεν αγοράζετε χρυσό, αλλά μπούρεκ. Δεν μπορώ να το κόψω πιο μικρό».

«Θα μου το αφήσετε στην τιμή για 150 γραμμάρια;»

«Ναι, κύριε».

Και όντως, του το άφησε. Το ίδιο έκανε και σε όσους δεν είχαν μαζί τους χαρτονομίσματα των δέκα (0,8 €), των είκοσι (0,17 €) ή των πενήντα (0,43 €) δηναρίων. Αν δε το ποσό τελείωνε σε πέντε, το στρογγυλοποιούσε. Άλλωστε, ποιος θα ήθελε να γεμίσει με κέρματα στις τσέπες; Όσο για τα POS, απαγορευμένα διά ροπάλου.

45 λεπτά σε έναν φούρνο του Βελιγραδίου-3
Το ψυγείο είναι γεμάτο από συσκευασίες γιαουρτιού των 250 ml.

«Za ovde ili za poneti?» («Για εδώ ή πακέτο;») με ρωτάει για το μπούρεκ, ένα μιξ τυριού, κρέατος και σκέτης πίτας. Διαλέγω να το φάω εκεί και όχι να το πάρω στο χέρι. Στέκομαι όρθιος σε μια γωνιά και παίρνω μια πιρουνιά από το πιάτο μου, ίσα για να συγκρίνω αν άλλαξε καθόλου η γεύση.Το ένα κομμάτι έχει λευκό τυρί που, μαλακό και ζεστό λιώνει στο στόμα, το δεύτερο κιμά, που έχει λίγο κύμινο και κρεμμύδι παραπάνω. Τόσα χρόνια, οι αλλαγές είναι ανεπαίσθητες. Κι αν απορεί κανείς πώς γίνεται να θυμάμαι μια γεύση, η αλήθεια είναι ότι η μνήμη της πρώτης φοράς που δοκιμάζεις μπούρεκ είναι σαν την πρώτη φορά που  κάνεις ποδήλατο. Μπορείς να την ξεχάσεις;

Δίπλα, μια οικογένεια φέρνει τον μικρό της να μυηθεί κι αυτός σε μια βαλκανική παράδοση που θα τον ακολουθεί στην υπόλοιπη ζωή του. Ακόμα δεν έχει συνηθίσει το πόσιμο γιαούρτι που συνοδεύει το γεύμα, αλλά καταπίνει λαίμαργα κάθε μπουκιά σαν να μην υπάρχει αύριο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα έρχεται να παραλάβει τα σφολιατίνια με τυρί, ντομάτα ή και λουκάνικο. Εδώ τα αποκαλούν žu-žu – ένας όρος που χρησιμοποιείται σήμερα για όλα τα μικρά και τραγανά σνακ φτιαγμένα από σφολιάτα. Μόλις δε τοποθετείται ένα ταψί με ρολαρισμένες ζύμες, γεμιστές με σοκολάτα, ζητάει και ένα σακουλάκι με δύο φρέσκα rol virsle. Σιγά σιγά σχηματίζεται μια ουρά από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Αν θέλει να καταλάβει κανείς ποιοι άνθρωποι μένουν στο Βελιγράδι, αρκεί να τους παρατηρήσει έναν προς έναν. Ο εργάτης της οικοδομής που ανακαινίζεται, η κοκέτα κυρία με τα δροσερά φορέματά της και τον αστικό αέρα που κουβαλάει στην αναμονή, οι χίπστερ με τα πατίνια και τα τελευταία μοντέλα iPhone, οι πρώην μποξέρ, οι γυναίκες που κρατούν τα μίνι μάρκετ και οι μαμάδες που διοργανώνουν πάρτι για τα παιδιά τους στέκονται στην ίδια ουρά, ενώ οι της γειτονιάς συζητούν τα νέα τους έξω από το μαγαζί.

45 λεπτά σε έναν φούρνο του Βελιγραδίου-4
Με το που παραλαμβάνει το ταψί με το φρεσκοψημένο μπούρεκ, η υπάλληλος κόβει ένα μεγάλο κομμάτι με το μαχαίρι.

Το ρολόι μου δείχνει εννιάμιση και σιγά σιγά μαζεύω το πιάτο μου, πετώντας στον κάδο τη λαδόκολλα και αφήνοντάς το στον πάγκο, όπου το μαζεύει ο Λιούπτσε αυτοπροσώπως. Βγαίνοντας έξω, πηγαίνω από την απέναντι πλευρά του δρόμου και βγάζω μια φωτογραφία. Περιέργως, οι ντόπιοι δεν μου δίνουν σημασία και δε χρειάζεται να σκεφτώ για το πόσο τουρίστας είμαι. Η αλήθεια όμως είναι ότι στο Βελιγράδι βγάζω πια κυρίως φωτογραφίες από τα ίδια μέρη που πηγαίνω εδώ και μια δεκαετία, για να δω πόσο και αν έχουν αλλάξει στην πάροδο του χρόνου.

Δυστυχώς, το Βελιγράδι έχει υποστεί βίαιες αναμορφώσεις – και δεν αναφέρομαι στους βομβαρδισμούς του 1999. Μιλάω κυρίως για το φαραωνικό συγκρότημα κατοικιών του Beograd na vodi, την κατεδάφιση του ξενοδοχείου Jugoslavija για την ανέγερση νέων πολυτελών κατοικιών που απευθύνονται σε εύπορους Ρώσους και Κινέζους επενδυτές, αλλά και την αποξήλωση της παλιάς γέφυρας του ποταμού Σάβα, επειδή δεν συμβάδιζε με την εικόνα μιας «σύγχρονης» μητρόπολης. Βέβαια, όσα μοντέρνα στολίδια κι αν της φορέσουν, από τους ουρανοξύστες και τα εμπορικά κέντρα μέχρι τη γαστρονομία που αναπαράγει διεθνείς τάσεις, θα μοιάζουν πάντοτε κάπως ξένα σε μια sui generis πόλη που ακροβατεί ανάμεσα στο βάρος της ιστορίας και σε ένα μέλλον που μοιάζει να έχει εισαχθεί έτοιμο, χωρίς οργανική συνέχεια. Νησίδες γαστρονομικής μνήμης, όπως ο φούρνος Λιούπτσε, υπενθυμίζουν ότι η πραγματική ταυτότητα του Βελιγραδίου επιβιώνει πεισματικά στις καθημερινές συνήθειες, στις γεύσεις και στους ανθρώπους που αρνούνται να εγκαταλείψουν το μέρος στο οποίο μεγάλωσαν.

Ljupče, Dalmatinska 14, Βελιγράδι

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT