Είναι αυτόματο. Παβλοφική αντίδραση. Κάθε φορά που βλέπω το πρώτο καρπούζι στο μανάβικο, το σκέφτομαι κομμένο, παγωμένο, ζουμερό, με λίγη φέτα. Είναι σχεδόν φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Γυρνάς κουρασμένος το βράδυ, ανοίγεις το ψυγείο και σε δύο λεπτά, με το τίποτα, έχεις σκαρώσει το πιο ωραίο βραδινό – εγώ προσθέτω και λίγα φυλλαράκια δυόσμου για έξτρα δροσιά. Αυτή τη φορά όμως άναψε κι άλλο λαμπάκι: καρπουζόπιτα. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί σιγά σιγά ροκανίζεται ο χρόνος για τις διακοπές και το μυαλό αρχίζει να πεταρίζει σε διάφορα καλοκαιρινά στιγμιότυπα. Ίσως γιατί έχω καιρό να το φάω αυτό το γλυκάκι. Μετά το μπάνιο, με το αλάτι ακόμη στο δέρμα, την πρωτοδοκίμασα τη λεπτή μαλακή πίτα που κάνουν σε διάφορα κυκλαδονήσια. Πάνε πολλά, πολλά χρόνια. Μετά όποτε την έβρισκα μπροστά μου, στη Μήλο, στην Κίμωλο, στη Φολέγανδρο, στην Ίο, έπαιρνα ένα κομμάτι. Δεν είναι γλυκό με πολλά ταρατατζούμ. Απλή, λιτή, με ήπια γλύκα, η καρπουζόπιτα –αλλού τη λένε καρπουζένια– έχει μια δική της νοστιμάδα. Μ’ αρέσει.
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

