Η θάλασσα αποτελεί διαχρονικά πηγή ζωής και εισοδήματος για τις τοπικές κοινωνίες, γεγονός που καθιστά τη διαχείρισή της ένα σύνθετο ζήτημα. Αν θέσει κανείς στο επίκεντρο την οικονομική διάσταση, θα μιλήσει για προστασία των αλιευμάτων, ενώ από περιβαλλοντική σκοπιά θα εστιάσει στη διαφύλαξη της θαλάσσιας βιοποικιλότητας. Ο συνδυασμός των δύο είναι εφικτός και στη χώρα μας έχουμε ήδη δύο απτά παραδείγματα. Δύο νησιά, όπου η αλιεία υπόκειται πλέον σε συγκεκριμένους περιορισμούς: την Αμοργό, όπου η προσπάθεια ξεκίνησε από την αγωνία των ντόπιων ψαράδων, και τη Γυάρο, όπου αφετηρία ήταν ένα κοινοτικό πρόγραμμα για την προστασία του
περιβάλλοντος.
Για τους ψαράδες της Αμοργού, η δημιουργία ζωνών όπου θα απαγορευόταν για μερικούς μήνες τον χρόνο ή και εντελώς η αλιεία ήταν μια ιδέα που ξεκίνησε από την παρατήρηση των σταδιακών αλλαγών στη θάλασσα. Από τη στιγμή που η πρόταση των αλιέων της Αμοργού έλαβε συγκεκριμένη μορφή, χρειάστηκε να περάσουν έντεκα χρόνια μέχρι να τεκμηριωθεί επαρκώς, να γίνει αποδεκτή από το Δημόσιο και εν τέλει να γίνει πραγματικότητα.

Το «Αμοργόραμα», όπως ονομάστηκε η προσπάθεια, οργανώθηκε από τον Επαγγελματικό Αλιευτικό Σύλλογο Αμοργού «Η Χοζοβιώτισσα» και υποστηρίχτηκε από τις οργανώσεις Cyclades Preservation Fund και Blue Marine Foundation, καθώς και επιστήμονες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τελικά, τον περσινό Νοέμβριο, η υπόθεση είχε ευτυχή κατάληξη, καθώς οι νέοι κανόνες τέθηκαν για πρώτη φορά σε εφαρμογή. Η αλιεία, ερασιτεχνική ή επαγγελματική, απαγορεύτηκε για πέντε χρόνια με οποιοδήποτε μέσο και εργαλείο:
– Για όλη τη διάρκεια του χρόνου, στην περιοχή των Καταπόλων και στις νησίδες Γραμβούσα και Νικουριά.
– Από την 1η Απριλίου έως τις 31 Μαΐου κάθε έτους, σε όλη τη θαλάσσια ζώνη περιμετρικά της Αμοργού, μέχρι απόσταση 1,5 μιλίου από τις ακτές. Να σημειωθεί ότι η «παύση» αλιείας στο τέλος της άνοιξης, περίοδο στην οποία τα περισσότερα είδη ψαριών γεννούν τα αυγά τους, εφαρμοζόταν ήδη από τους αλιείς της Αμοργού. Το διάστημα εκείνο χρησιμοποιούσαν τα καΐκια τους για να καθαρίσουν εθελοντικά από σκουπίδια δυσπρόσιτες παραλίες του νησιού τους.
Περαιτέρω, όπως ορίζει το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 73Α/2025), η άσκηση επαγγελματικής αλιείας σε ζώνη 1,5 μιλίου περιμετρικά του νησιού επιτρέπεται (πλην Απριλίου-Μαΐου) μόνο σε αλιευτικά σκάφη στα οποία δίνεται άδεια αλίευσης. Οι παραβάτες θα τιμωρούνται με πρόστιμα έως 3.000 ευρώ, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης και με αφαίρεση της άδειας αλιείας. Να σημειωθεί ότι, όταν κυρωθεί το πλαίσιο για το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αιγαίου (νοτίων Κυκλάδων) που θα συμπεριλάβει και την Αμοργό, αυτοί οι κανονισμοί θα ενσωματωθούν.
Ακολούθησε φέτος το προεδρικό διάταγμα προστασίας της Γυάρου (ΦΕΚ 280Δ/2026). Η διαφορά της περίπτωσης της Γυάρου από εκείνη της Αμοργού είναι ότι το διάταγμα της μικρής ακατοίκητης νησίδας θεσπίζει το πρώτο προστατευτικό πλαίσιο στη χώρα που καταρτίστηκε με βάση τη νέα νομοθεσία για τις προστατευόμενες περιοχές (ν. 4685/2020), σε αντίθεση με την Αμοργό, όπου οι κανόνες τέθηκαν πρωτίστως με βάση τη νομοθεσία περί αλιείας στη χώρα μας.

Το διάταγμα καλύπτει μια έκταση 260.369 στρεμμάτων, εκ των οποίων το 93,2% είναι θαλάσσια περιοχή. Όσον αφορά τη θάλασσα, σύμφωνα με το διάταγμα, η περιοχή γύρω από τη Γυάρο χωρίζεται σε τρεις ζώνες, από τις ακτές έως 3 ναυτικά μίλια. Στις ζώνες αυτές απαγορεύεται η αλιεία, για την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας και της περιοχής τροφοληψίας της φώκιας monachus monachus. Το μέτρο αυτό πρακτικά ισχύει από το 2019 και παρατεινόταν ετησίως – με μια γκάφα το 2022: Τότε, το υπουργείο κατήργησε κατά λάθος την απαιτούμενη άδεια αλιείας, με αποτέλεσμα να σπεύσουν στη θαλάσσια περιοχή μεγάλα αλιευτικά και να μη μείνει λέπι. Ευτυχώς, χάρη στην καθολική απαγόρευση, η περιοχή σταδιακά ανέκαμψε, όπως πιστοποίησε και το ΕΛΚΕΘΕ.
Να σημειωθεί ότι «βάση» για τη δημιουργία της προστατευόμενης περιοχής ήταν ένα κοινοτικό πρόγραμμα LIFE που υλοποιήθηκε από ομάδα 50 φορέων το 2013-2018, με επικεφαλής την περιβαλλοντική οργάνωση WWF. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν και οι σύλλογοι των αλιέων της Άνδρου και της Σύρου, τους οποίους οι περιορισμοί επηρεάζουν πιο άμεσα.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 245.

