Τα πρώτα γλυκά ψυγείου καταγράφονται στις αρχές του 17ου αιώνα στην Ευρώπη. Ήταν στρώσεις από μπισκότα μακαρόν ή σαβαγιάρ μουσκεμένα σε σέρι, με αφράτη κρέμα βανίλιας και ζελέ, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε αγγλικό trifle, γαλλική σαρλότ και πουτίγκα. Συχνά εμπλουτίζονταν με ποικιλία από διαφορετικά μπισκότα, φέτες κέικ, φρούτα, κρασάτες κρέμες και σάλτσες, όλα μέσα στην ίδια συνταγή, σε γλυκά που σερβίρονταν πάντα κρύα, αλλά όχι παγωμένα, είχαν σφιχτή σύσταση και πλούσια γεύση, τυπικά της Βικτωριανής εποχής.
Λίγο αργότερα, στις ΗΠΑ, ένας αγρότης από τη Φιλαδέλφεια, ο Thomas Moore, θέλοντας να διατηρήσει νωπό και αναλλοίωτο το βούτυρό του μέχρι να το πάει στην αγορά, εφηύρε ένα πρωτόγονο ψυγείο πάγου (icebox στα αγγλικά), για το οποίο κέρδισε πατέντα από τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Τόμας Τζέφερσον, το 1803. Ήταν μια σημαντική καμπή, καθώς μέχρι τότε πάγο σε μεγάλα μπλοκ φερμένα από παγωμένες λίμνες συντηρούσαν μονάχα τα πολύ πλούσια νοικοκυριά, σε ειδικές και πανάκριβες κατασκευές. Το ψυγείο πάγου του Moore, όμως, μπορούσε να μπει σε κάθε σπίτι, βελτιώνοντας τρομερά την ασφάλεια τροφίμων.
Η δημοτικότητά τους εκτοξεύτηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όταν οι ταχύτητες της καθημερινότητας δημιούργησαν τη χρεία για γλυκά εύκολα, γρήγορα, εντυπωσιακά και μαζί πληθωρικά, ενώ η είσοδος του ηλεκτρικού ψυγείου σε όλα τα αμερικανικά σπίτια διευκόλυνε αυτή την ανάγκη. Ήταν τα γλυκά της Κυριακής, των πάρτι, των γενεθλίων και των οικογενειακών συγκεντρώσεων. Παρά τη σχετική ποικιλία τους, το κλασικότερο και πιο αγαπητό αμερικανικό icebox cake (το αντίστοιχο δικό μας μαμαδίστικο με πτι μπερ, κρέμα βανίλια και ζελέ) ήταν και παραμένει ένα πολύ απλό γλυκό από επάλληλες λεπτές στρώσεις λεπτής γκοφρέτας σοκολάτας και χτυπημένης κρέμας γάλακτος. Ένα νοσταλγικό γλυκό που θυμίζει τις παλιές εποχές ανεμελιάς, τις εποχές του «αμερικανικού ονείρου».

