Δυνατά κοκτεϊλάδικα που μαζεύουν διακρίσεις, ιστορικά ποτάδικα με πολλές δεκαετίες στην πλάτη τους που σε τυλίγουν με ατμόσφαιρα, ενδιαφέροντα μπαρ τελευταίας κοπής που ακούγονται αυτό τον καιρό και αξίζει να τα γνωρίσει κανείς. Έχει μπόλικες προτάσεις η πόλη για τις μέρες που δεν θέλεις με τίποτα να μείνεις σπίτι. Έχε στο νου σου και αυτά εδώ. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, κάποιες φορές πιο κεντρικά, άλλες λίγο off Broadway, σε σημεία που δεν φημίζονται για τη νυχτερινή τους κίνηση, μαζεύουν κόσμο και από τη γειτονιά τους –τώρα που αυστηροποιήθηκαν τα αλκοτέστ πολλοί που θέλουν πιούν χωρίς έγνοια και ένα δεύτερο ποτό κινούνται στα μέρη τους– και από αλλού. Γνωστά ή πιο άγνωστα, πιο αθόρυβα, παλιότερα ή σχετικά καινούργια, νοσταλγικά ή πιο μοντέρνα, ήσυχα και πιο αλέγρα (αυτό πάει κι ανάλογα με τη μέρα), με κλίμα φιλικό, απροσποίητο, καλά ποτά, κοκτέιλ και ωραίες μουσικές να γεμίζουν τα αυτιά, έχουν όλα τα φόντα για να τα κάνεις στέκι. Να δώσεις εκεί τελευταία στιγμή ραντεβού με τους φίλους σου, να βγεις για λίγο από τους ρυθμούς της καθημερινότητας, να πιάσεις κουβέντα με τη διπλανή παρέα. Είναι μέρη όπου «κουμπώνουν» κι αυτοί που έχουν πάει αμέτρητες φορές κι αυτοί που πάνε πρώτη.
Παλιό Ραδιόφωνο: στο Κουκάκι, τόσο εμφανές κι όμως κρυφό


Μικρό, σκοτεινό, ελαφρώς καπνισμένο, με τοίχους γεμάτους κειμήλια και αντικείμενα που μοιάζουν να έχουν αποκτήσει τη θέση τους οργανικά μέσα στα χρόνια, το Παλιό Ραδιόφωνο έχει αυτή τη σπάνια αίσθηση μπαρ που δεν προσπαθεί να γίνει ατμοσφαιρικό, γιατί απλώς είναι. Η μουσική κινείται σε τζαζ, σόουλ και παλιά κομμάτια χωρίς να σκεπάζει τις συζητήσεις. Το κοινό του είναι εξίσου ενδιαφέρον. Περίεργοι ταξιδιώτες που έπεσαν πάνω του τυχαία, νυχτοπούλια από το Κουκάκι και την Ακρόπολη, άνθρωποι που αγαπούν τα μικρά μπαρ όπου μπορείς ακόμα να μιλήσεις χωρίς να φωνάζεις. Υπάρχει μια αίσθηση ότι όλοι βρίσκονται εκεί για τον ίδιο λόγο, ακόμη κι αν δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο χώρος, περίπου όσο ένα σαλόνι, κινείται σε πράσινες και καφέ αποχρώσεις, πολυκαιρισμένος αλλά καθόλου δήθεν vintage. Σαν να το έχει μαλακώσει ο χρόνος χωρίς να έχει κλέψει κάτι από τον χαρακτήρα του. Είναι από τα μέρη που η ώρα περνάει πολύ πιο γρήγορα από όσο υπολόγιζες. Το προτιμώ νωρίς, γύρω στις οκτώ ή εννιά. Πριν γεμίσει, λίγο πριν ξεκινήσει η γλυκιά βαβούρα των μπαρ. Και όσο για το ποτό, εδώ πάντα παραγγέλνω ουίσκι, το τραβάει η ατμόσφαιρα. Μ.Π.
Αθανασίου Διάκου 12, Ακρόπολη, Τ/ 210-92.37.022
Διαχρονικό: το old school διαμαντάκι του Πειραιά

![]() |
![]() |
Δυο βήματα από το μετρό στο Δημοτικό Θέατρο, στο στενάκι της Αριστοτέλους, μοιάζει σαν να υπήρχε πάντα. Μέσα ξύλο, παλιά αντικείμενα, σουβέρ από ταξίδια, ένα τιμόνι πλοίου και μια ατμόσφαιρα που σε βάζει αμέσως σε διάθεση για κουβέντα. Είναι στέκι Πειραιωτών, αλλά και προορισμός για όσους συχνά διασχίζουν την Αθήνα αναζητώντας ένα καλό ουίσκι. Πίσω από την μπάρα υπάρχει γνώση, ευγένεια και διακριτική φροντίδα, ενώ η κάβα είναι εντυπωσιακή. Πάνω από 180 ετικέτες ουίσκι και περισσότερα από 280 αποστάγματα συνολικά. Από ένα απλό, τίμιο ποτό μέχρι πιο ιδιαίτερες επιλογές για μυημένους, όλα σε δίκαιες τιμές. Για όσους αγαπούν τα old school μπαρ. Ν.Δ.
Αριστοτέλους 11-13, Πειραιάς, Τ/ 210-42.97.731
Iznogood & nephew: βινύλια και μποεμία στην Κυψέλη


![]() |
![]() |
Μπορείς να πας από νωρίς (στις 6 το απόγευμα ανοίγει) μπορείς να πας και αργά, να σβήσεις τη μέρα με ποτό, μουσική και κουβέντα. Το Iznogood & nephew έχει μια βίντατζ αύρα που σε πιάνει ήδη απέξω, βλέποντας τις καρέκλες με τα πλαστικά κορδόνια, σαν παλιού σινεμά, στον πεζόδρομο της Αγίας Ζώνης, που έχει μια ωραία μποεμία, και τα κλώστρα-σήμα κατατεθέν, που μοιάζουν με εκείνα του Hilton. Και μέσα όμως, το λιλιπούτειο μπαρ του γνωστού DJ Iznogood (κατά κόσμον Γιάννη Γεωργούλια) και του ανιψιού του, του Νίκου, που είναι τρία χρόνια στη γειτονιά αλλά σου δίνει την αίσθηση ότι βρισκόταν εκεί από πάντα, έχει ατμόσφαιρα. Στα λίγα τετραγωνικά του χωράνε, πέρα από την μπάρα, ένα πατάρι όπου έχει στηθεί ένα δεύτερο μπαρ που λες και ξεπήδησε από τα 60’s, διακοσμητικό και κατά τι χρηστικό (έχουν εκεί την κάβα τους και τα ψυγεία με τα κρασιά), βιβλία, δίσκοι, διάφορα memorabilia από κινήματα τέχνης και αρχιτεκτονικής. Πίνεις το ποτό σου ή κάποιο από τα κλασικά κοκτέιλ που φτιάχνουν την ώρα που στο ένα και μοναδικό πικάπ γυρίζουν δίσκοι με τζαζ αφρικάνικη, ευρωπαϊκή, ψυχεδελική, σπιντάτη (πολλά από τα κομμάτια που παίζουν δύσκολα θα τα βρει το Shazam) και σάουντρακ από ταινίες όπως η Φωλιά του κούκου ή το Χαμένοι στη μετάφραση με εκείνα τα υπνωτιστικά ινστρουμένταλ του. Θιασώτες του αναλογικού ήχου, Ιznogood και ανιψιός αναλαμβάνουν τη μουσική επένδυση εναλλάξ. Μια μέρα παίζει ο ένας, μια ο άλλος, με βινύλια (ο Γιάννης έχει τεράστια συλλογή) και κασέτες. Εκεί πίσω από το μπαρ έχουν και κασετόφωνο. Α.Σ.
Αγίας Ζώνης 28, Τ/211-42.52.269
Πολυχώρος Marcello στον Πειραιά: σαν στο σαλόνι φίλου μας

![]() |
![]() |
Σε έναν σχεδόν κρυφό πεζόδρομο κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα, που οι παλιοί Πειραιώτες το λένε «Γιαχνί Σοκάκι», το Μarcello, υπό το βλέμμα του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι —προστάτη του μαγαζιού και μόνιμου «συνομιλητή» από τον απέναντι τοίχο— εκτυλίσσονται τσουγκρίσματα, πρώτα ραντεβού και χοροί, που τα Σαββατοκύριακα κρατάνε μέχρι αργά. Ψυχή του μαγαζιού είναι ο Κώστας Κωνσταντινίδης, που κατάφερε να στήσει ένα στέκι που μοιάζει να υπήρχε πάντα εκεί, με χαρακτήρα, χιούμορ και αίσθηση φιλοξενίας. Από τη νέον επιγραφή «Bitch Don’t Kill My Vibe» μέχρι τα αναμνηστικά από συναυλίες, δώρα πελατών, έναν καθρέφτη γεμάτο μηνύματα, το Μarcello μοιάζει λίγο με το σαλόνι φίλου, λίγο με ποπ χρονοκάψουλα του ελληνικού ίντερνετ και λίγο με μπαρ που θα μπορούσε να βρίσκεται σε στενό της Νάπολης.
Οι αναφορές στην ελληνική ποπ κουλτούρα είναι παντού: «Κωνσταντίνου και Ελένης», παλιές εκδόσεις τύπου «Διακοπές στη Γλυφάδα», αντικείμενα που δεν βγάζουν πάντα νόημα αλλά κάπως ταιριάζουν μεταξύ τους. Αν ο Μαστρογιάννι είναι ο προστάτης του μαγαζιού, η βίβλος του είναι μια έκδοση των 80s με τίτλο «Πώς να πετύχετε στον έρωτα και τι ζητάει η γυναίκα από έναν άντρα». Δεν ξέρουμε αν έχει βοηθήσει κάποιον ιδιαίτερα, αλλά σίγουρα προσφέρει στην ατμόσφαιρα. Στα ηχεία παίζει «ό,τι θα βάζαμε σπίτι μας», όπως λέει ο Κώστας. Στην πράξη αυτό σημαίνει ελληνικό ραπ, ηλεκτρονική μουσική, ποπ, ροκ και σπάνια remixes που έχουν επιλεγεί με προσοχή και δεν λειτουργούν σαν background αλλά σαν μέρος της βραδιάς. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το Marcello έχει καταφέρει κάτι αρκετά δύσκολο: να κάνει τον κόσμο να νιώθει άνετα. Θα δείτε γυναίκες μόνες τους στο μπαρ, παρέες που γνωρίζονται μεταξύ τους χωρίς να το έχουν προγραμματίσει και πελάτες που ο Κώστας ξέρει με το μικρό τους όνομα.

Τα κοκτέιλ είναι προσεγμένα και φτιαχνονται με χειροποίητα σιρόπια. Η spicy margarita είναι από τις πιο ωραίες που έχω πιει τελευταία: σωστά καυτερή και χωρίς να φοβάται το αλκοόλ της. Στον κατάλογο θα βρείτε επίσης το cacao mai tai με πουρέ κακάο, την «Τζαπανίλα» με ιαπωνικό gin, Midori και yuzu, αλλά και πιο φρουτένιες επιλογές, όπως ένα κοκτέιλ με σμέουρα, βότκα και λικέρ πορτοκάλι. Υπάρχουν και φροντισμένα κοκτέιλ χωρίς αλκοόλ που δεν μοιάζουν με τιμωρία. Η κάβα έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα ιαπωνικά ουίσκι και τζιν, με αρκετές single malt επιλογές και ποικιλία σε ρούμια. Ο Κώστας σπούδασε ναυπηγός, αλλά κατάλαβε αρκετά γρήγορα ότι τον τραβούσαν περισσότερο οι μπάρες. Δούλεψε δίπλα στη Σκεύη Ερωτόκριτου (Amore), άνοιξε το πρώτο Marcello στη Νίκαια και πριν από περίπου έναν χρόνο μεταφέρθηκε στον Πειραιά όπου φαίνεται πως βρήκε το λιμάνι του. Μ.Π.
Αγίου Σπυρίδωνος 5-7, Πειραιάς, Τ/ 211-40.48.134
Γρανάζι: ένα αυθεντικό ποτάδικο 45 χρονών

![]() |
![]() |

Το Γρανάζι είναι ένας υπόγειος χώρος στον οποίο δύσκολα πέφτει το μάτι σου αν δεν τον ξέρεις, είναι όμως ένα γνήσιο και φιλόξενο μπαρ, που δεν έχει αλλάξει καθόλου μέσα στον χρόνο. Κάτι ανάμεσα σε βαυαρέζικη μπιραρία και αμερικάνικο μπαρ του Νότου. Το περιστεριώτικο στέκι, που λειτουργεί εδώ και 45 χρόνια χωρίς να αλλάξει στο παραμικρό, έχει αφήσει το στίγμα του στη νυχτερινή ζωή της πόλης. Άνοιξε το 1981 σε μια περιοχή απομονωμένη και underground. Ο Θανάσης Αποστολάκος, βέρος Περιστεριώτης, ήταν τότε 26 χρονών. Είχε εκπομπή σε πειρατικό ραδιόφωνο και πάντα του άρεσε η ψαγμένη μουσική, ειδικά η μαύρη αμερικάνικη. Στην αρχή το μπαρ απευθυνόταν σε φίλους, σιγά-σιγά όμως η φήμη του εξαπλώθηκε και απέκτησε πιστούς πελάτες από όλη την Αθήνα. Και τώρα που ο ιδρυτής του έχει συνταξιοδοτηθεί και το συνεχίζει η κόρη του Μαργαρίτα βγάζει μια ζεστασιά. Και μόνος να έρθεις δεν θα νιώσεις περίεργα. Παίζει πάντα μαύρη μουσική, μπλουζ, φανκ, σόουλ, το κλίμα είναι ανθρώπινο και φιλόξενο, το γρανάζι που έδωσε το όνομα στο μαγαζί και που υπάρχει από τότε που ο χώρος λειτουργούσε ως σιδηρουργείο είναι πάντα στη θέση του, και τα ποτά που σερβίρουν καθαρά και κλασικά. Ζητήστε τη μπίρα Fonias που παράγει ο Θανάσης, ο αδελφός της Μαργαρίτας, στο μικροζυθοποιείο της οικογένειας στη Σαμοθράκη. Μ.Π.
Αινείου 1, Περιστέρι
Odeon: το τοπόσημο του Μετς
![]() |
![]() |

Στην πιο ωραία γειτονιά, χωμένο κάπου σε μια γωνιά σε έναν από τους ομορφότερους δρόμους της πόλης, το μπαρ των πέντε δεκαετιών έχει λίγα τραπεζάκια, κι εκεί χωρούν κυρίως οι πιστοί θαμώνες του. Λειτουργεί από το 1988, έχει την αίσθηση του καλού συνοικιακού μπαρ, με τα καθαρά ποτά και την χαλαρή αίσθηση μιας αστικής φωλιάς, ένα σημείο συνάντησης δίχως ραντεβού. Έχουν δει πολλά οι τοίχοι και η μπάρα του. Ν.Μ.
Μάρκου Μουσούρου 19, Μετς, Τ/210-92.23.414
Αλεξανδρινό: η παριζιάνικη γωνιά των Εξαρχείων


Το Αλεξανδρινό στο κάνει εύκολο να προσποιηθείς ότι ξαφνικά βρέθηκες στο Παρίσι και χώθηκες σε κάποιο μπριστρουδάκι με κοκκινόμαυρα καθίσματα και χαμηλό φωτισμό. Έχει ατμόσφαιρα κινηματογραφική και ανάλογη μουσική που ενισχύει το σενάριο. Ωραία η λίστα με τα κοκτέιλ. Διαφορετικά μπορείς να ζητήσεις ένα καλό ουίσκι ή κάποιο κονιάκ – έχουν πάντα μερικές διαλεγμένες επιλογές στην κάβα τους. Γ.Π.
Εμμανουήλ Μπενάκη 69, Εξάρχεια, Τ/210-38.10.117
Παρασκήνιο: το κλασικό της Καλλιδρομίου
![]() |
![]() |

Κλασικό καταφύγιο στον γοητευτικό μικρόκοσμο της Καλλιδρομίου. Τα πρωινά το Παρασκήνιο λειτουργεί ως καφέ –ειδικά τα Σάββατα είναι ό,τι πρέπει για να λιαστείς τεμπέλικα και να χαζέψεις το «θέατρο» της λαϊκής. Απλό, σοφιστικέ αλλά ανεπιτήδευτο, με τη βαριά ξύλινη μπάρα, τα ψάθινα σκαμπό και τα ζωγραφικά έργα να γεμίζουν τους τοίχους του, είναι ό,τι ακριβώς πρέπει να είναι ένα μπαρ: ένα, χωρίς πολλά πολλά, φιλόξενο σκηνικό για συναντήσεις, μπίρες, ραντεβού, καυγαδάκια, κουτσουμπολιά, χαλαρά ποτά και όλα τα ενδιάμεσα. Γ.Π.
Καλλιδρομίου 68, Εξάρχεια, Τ/ 210-82.13.455
Rockfellas: στο σοκάκι της Μαρίνας Ζέας περνάς πάντα καλά


Το 2011 άνοιξε το μπαρ του Γιάννη και του Θάνου Σεμιτέκολου στη Μαρίνας Ζέας. Παρότι λίγο κρυμμένο, σ’ έναν παράδρομο πίσω από τα μαγαζιά που βλέπουν τα αραγμένα κότερα, μαθεύτηκε γρήγορα. Μια δεκαπενταετία μετά, έχει πάντα ωραία ενέργεια στα πέριξ της μπάρας – tribute στον Johnny Cash. Κάθεσαι άνετα εκεί και μόνος σου ένα βράδυ που θέλεις να χαλαρώσεις μετά τη δουλειά με ένα ποτό, ακούγοντας ροκ και ροκ εντ ρολ, indie ποπ των 00’s, σόουλ και φανκ, σιγομουρμουρίζοντας γνώριμους στίχους και χαζεύοντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες από διάφορες φάσεις της ζωής του «άντρα με τα μαύρα» και τους στίχους του A boy named Sue παραδίπλα. Στο Rockfellas πίνεις και κλασικά κοκτέιλ και signature – τη λίστα επιμελείται η Άλκηστις Λαζαρίδη. Από ωραία Margarita και Dry Martini μέχρι ένα γλυκούτσικο, πολύ αρωματικό Fig Negroni με διακριτική πικράδα, ή ένα γλυκόξινο Love me tender με λευκή τεκίλα, λάιμ και λικέρ λεβάντα – βύσσινο που του δίνει το χαρακτηριστικό του άρωμα. Το τελευταίο το φτιάχνουν οι ίδιοι, όπως πολλά ακόμη από όσα χρησιμοποιούν. Το June Carter, ας πούμε, ένα highball που σερβίρουν, συνδυάζει το δικό τους αλκοολούχο cold brew, φτιαγμένο με τα απομεινάρια από τη μηχανή του καφέ κι η tonka soda με το οποία το απογεμίζουν είναι χειροποίητη και αυτή.


Τώρα οι πόρτες που οι πόρτες είναι ανοιχτές, τη μουσική την ακούς και στο ξύλινο παγκάκι μπροστά στην πρόσοψη, και στις μεταλλικές καρέκλες, έξω, κάτω από τα λαμπιόνια, πίνοντας και τσιμπολογώντας ποπ κορν στο κουβαδάκι και πίτσα που τους φτιάχνουν στο γειτονικό Rocambolesco. Είναι λίγο σαν σοκάκι νησιού αυτό το στενάκι με τα λευκά πεζούλια, λίγο κυκλαδίτικο, λίγο πειραιώτικο και λίγο εξωτικό, χάρη στους φοίνικες απέναντι και το Nazaré, το εμπνευσμένο από την κουλτούρα του σερφ αδερφάκι του Rockfellas, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, με την καλαμωτή και τις σανίδες του, ένα μπαρ παραλίας σε αστικό ιστό, που έχει πιο ανάλαφρα, πιο φρουτένια, πιο τροπικά κοκτέιλ και ανάλογο mindset. Α.Σ.
Μαρίνα Ζέας, Πειραιάς, Τ/210-41.84.440
Mosaiko: ένα στέκι της Γλυφάδας που διαφέρει από τα τριγύρω

Ένας διάδρομος είναι όλος κι όλος το μέσα στο Mosaiko. Mε βιντατζ στοιχεία, μια τεράστια φωτογραφία των Rolling Stones, ένα επίσης τεράστιο εξώφυλλο του Music Complete των New Order, αφίσες Bauhaus και, προφανώς, μωσαϊκό, να τριγυρίζουν τη μπάρα. Με ωραίο στιλ, ποπ-ροκ και ηλεκτρονικά ακούσματα, ανάλογα με το ποιος αναλαμβάνει κάθε φορά την κονσόλα, καλή συλλογή από ποτά, ωραία κλασικά κοκτέιλ και μια λίστα με πολλά διαφορετικά τζιν τόνικ, βοτάνικα, ελαφρά φρουτώδη ή μπαχαράτα, άλλοτε χαλαρό κι άλλοτε πιο αλέγρο, αλλά πάντα φιλικό, το νότιο μπαρ, που από τότε που ξεκίνησε, πριν δεκαπέντε χρόνια αν μετράω σωστά, διέφερε από τις πιο mainstream νυχτερινές προτάσεις της περιοχής, συνεχίζει ανάλογα. Ο κόσμος μαζεύεται και μέσα στο όρθιο, και στα τραπέζια και τα σταντ στο φαρδύ πεζοδρόμιο της Λαοδίκης, που με το που ανοίγει ο καιρός γεμίζουν με παρέες, ζευγάρια και φίλους από τη Γλυφάδα και τα πέριξ, που έρχονται για μια μπίρα ή ποτό με ένα κομμάτι ουρανού πάνω από το κεφάλι και τη μουσική από τα ηχεία να μπλέκει με τους ήχους του δρόμου. Α.Σ.
Λαοδίκης 30, Γλυφάδα, Τ/210-89.83.208
Tabacco: το κλασικό ποτάδικο του Κορυδαλλού


Ο Κορυδαλλός έχει ένα από τα ωραία, κλασικά ποτάδικα της πόλης. Το Tabacco, που κλείνει σχεδόν 30 χρόνια λειτουργίας. Από την είσοδο δεν βλέπεις το τέλος της μπάρας του, είναι μακρόστενη, όπως και το μαγαζί, και στο τέλος της στρέφεται προς τον εσωτερικό χώρο όπου υπάρχουν και μερικά τραπεζάκια. Εδώ μας περιποιούνται με καλά ποτά, σερβιρισμένα σωστά, και μερικά κλασικά κοκτέιλ. Ν.Μ.
Ζαλόγγου 6, Κορυδαλλός, Τ/ 210-49.41.427
Πηγή: Γαστρονόμος













