Αν η κερκυραϊκή ζαχαροπλαστική ήταν άνθρωπος, θα είχε μαμά Γαλλίδα και μπαμπά Ιταλό, αλλά με εγγλέζικες καταβολές, και στις γιορτές θα ξεχύνονταν οικογενειακώς στις εξοχές του νησιού να τρυγήσουν τη φρεσκάδα της φύσης. Μέχρι σήμερα κατορθώνει να πλοηγείται άνετα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους που πάλλονται με σπιρτάδα σε όλο της το είναι.
![]() |
![]() |

Η ζάχαρη κατέφθασε με τους Ενετούς, μα δίχως οδηγίες χρήσης. Καθώς η Βενετία ήταν το μόνο κέντρο διακίνησης και εμπορίου ζάχαρης σε όλο τον Μεσαίωνα, οι περιοχές που τελούσαν υπό την κυριαρχία της είχαν και το… γλυκό προνόμιο. Όμως, οι εύποροι Κερκυραίοι που είχαν την οικονομική άνεση να την αγοράσουν –εκείνα τα χρόνια η πρόσβαση στη ζάχαρη ήταν ένδειξη πλούτου– δεν ήξεραν πώς να τη χρησιμοποιήσουν κι έτσι συχνά την πασπάλιζαν όπως και το αλάτι, αντί να την ενσωματώνουν στη συνταγή. Κατάλοιπα από εκείνα τα χρόνια είναι γλυκά όπως οι τηγανίτες (λουκουμάδες), το μπομπολόνε (ιταλικό ντόνατ), τα νιόκι φρίτι, που σερβίρονται πασπαλισμένα με ζάχαρη, αλλά και οι μάντολες, που είναι καμωμένες με όλα κι όλα δύο υλικά: αμύγδαλα και ζάχαρη. Οι έντεχνες συνταγές και τα πιο εξεζητημένα γλυκά εισήχθησαν αργότερα, με την έλευση Γάλλων και Άγγλων κατακτητών.
Διαβάστε περισσότερα στον Γαστρονόμο.



