Η θέα από την κορυφή του λόφου με το ταιριαστό όνομα Μεροβίγλι, στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Ταξιάρχη στο χωριό Χλωμός, στις νοτιοανατολικές ακτές της Κέρκυρας, είναι συναρπαστική. Καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος διαλύει την πρωινή αχλή, αρχίζουν να ξεχωρίζουν χαμηλά το ίδιο το χωριό, με τα σπίτια του σφιχταγκαλιασμένα στην πλαγιά και κυκλωμένα από καταπράσινους ελαιώνες και σκίνα, οι «δύο θάλασσες», το Ιόνιο δεξιά και αριστερά, ένα γλωσσίδι γης που κυκλώνει τη λιμνοθάλασσα Κορισσίων, οι Παξοί και η Λευκάδα στο βάθος, ακόμη πιο πίσω και ανατολικά η Πρέβεζα, η Ηγουμενίτσα και η Πάργα, και στο βάθος, λιγάκι πιο βόρεια, στον πεντακάθαρο ορίζοντα, οι Αγιοι Σαράντα στην Αλβανία. Απόλυτη ησυχία, πουλιά και τα κουδούνια από κάποιο μακρινό κοπάδι είναι οι μόνοι ήχοι που ακούγονται. Προνομιούχος ο Χλωμός, όχι μόνο για τη θέα του και τη θέση του, που καλύπτει μια ολόκληρη φέτα της Κέρκυρας από τη μία ακτή έως την άλλη, αλλά και για το παρελθόν του.
![]() |
![]() |
«Το χωριό έχει ηλικία άνω των 600 ετών και, σύμφωνα με έρευνα της Ακαδημίας Αθηνών, με το όνομα αυτό αναφέρεται σε συμβολαιογραφική πράξη του 1400», με ενημερώνει ο Κωνσταντίνος Μαρκάτης, πρόεδρος της κοινότητας και συλλέκτης ιστορικών εγγράφων. Όσο για το όνομα, το τυλίγει ασάφεια, με πιθανή την εκδοχή ότι οφείλεται στη χλωμάδα των κατοίκων του, όταν παλαιότερα ήταν χτισμένο χαμηλότερα, κοντά στη λιμνοθάλασσα, και μαστιζόταν από ελώδεις πυρετούς. Το βέβαιο είναι πως ο Χλωμός είναι ένα από τα παλαιότερα και ομορφότερα χωριά του νησιού και στο παρελθόν ένα από τα πλουσιότερα κεφαλοχώρια, με τον πλούτο να φέρνει με τη σειρά του πολιτισμό, μόρφωση, συναγωνισμό μεταξύ των τρανών οικογενειών για το ποια θα χτίσει και θα κοσμήσει ομορφότερα την εκκλησία της. «Λόγω υψομέτρου έβγαζε πολύ καλό κρασί, αν και λίγο», συμπληρώνει ο κ. Μαρκάτης. «Στη συλλογή μου βρήκα μια ετικέτα κρασιού που πωλήθηκε στη Γαλλία. Ψάχνοντας είδα ότι μέχρι προπολεμικά πωλούσαμε κρασί στη Γαλλία, από τις τοπικές ποικιλίες Πετροκόριθο, Λιανόροϊδο και Σκοπελίτικο».
Μέχρι και ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, λέγεται ότι φιλοξενήθηκε για λίγο διάστημα εδώ, πριν αναχωρήσει για την Ιταλία. Αυτή η ακμή ωστόσο αναπόφευκτα έφερε και μετανάστευση, αφού οι νέοι έφευγαν για σπουδές και μετοικούσαν πλέον σε μεγάλες πόλεις.
Σήμερα είναι ένα ήσυχο χωριό, πέρασμα των τουριστών, αλλά χωρίς υποδομές που να τους κρατήσουν – ίσως έτσι έχει γλιτώσει από τις αρνητικές συνέπειες. «Το χωριό είναι ζωντανό το καλοκαίρι και έρημο τον χειμώνα. Θα ήθελα όμως τα ερημωμένα σπίτια να γεμίσουν ξανά με κόσμο, οποιασδήποτε εθνικότητας, για να ξαναπάρουν ζωή, να μη ρημάζουν», συμπληρώνει ο κ. Μαρκάτης.
«Νηστεύει ο δούλος του Θεού γιατί ψωμί δεν έχει»
![]() |
![]() |
Κάθε άλλο παρά ήσυχο ήταν, όμως, το πρωινό που συγκεντρωθήκαμε στον αυλόγυρο του Ταξιάρχη και στρώσαμε ένα τραπέζι γεμάτο με τα πιο χαρακτηριστικά νηστίσιμα πιάτα του Μεγαλοβδόμαδου και της Σαρακοστής γενικότερα, από κάθε γωνιά της Κέρκυρας. Μαγείρισσες από βορρά, μέση και νότο έφτασαν με τις κατσαρόλες και τα ταψιά τους γεμάτα με ό,τι συνηθιζόταν παλιά και συνεχίζει να μαγειρεύεται αυτές τις ημέρες. «Η νηστεία –190 μέρες τον χρόνο– είναι εξαντλητική», έγραφε η Νινέττα Λάσκαρι στο βιβλίο της Κέρκυρα: Μια ματιά μέσα στον χρόνο, 1204-1864 και συνεχίζει: «Βέβαια, είναι αλήθεια πως πολλές φορές “νηστεύει ο δούλος του Θεού γιατί ψωμί δεν έχει”, αλλά πόσο σκληρό πρέπει να ήτανε μέσα στα πέτρινα αυτά χρόνια που τους εξόντωνε η αρρώστια, που τους αφανίζανε οι πολιορκίες και το μαχαίρι του Τούρκου, να βρίσκουνε κάποιο κοκκορέλι στον δρόμο, να πεινάνε και να το αντιπαρέρχονται. Είναι βέβαιο πως με τη νηστεία η Εκκλησία θέλησε να επιβάλει κάποια ισότητα στον τρόπο διατροφής πλούσιων και φτωχών. Ναι, αλλά πάντα οι κακοί πλούσιοι τρώγανε αστακουδέλια και γάμπαρες και οι καλοί φτωχοί λάχανα μονάτα, σα τσου κονίκλους!…».

![]() |
![]() |
Λάχανα λοιπόν, χόρτα δηλαδή, πικρά και γλυκά, κηπικά και άγρια, από τη μεγάλη ποικιλία της ανοιξιάτικης φύσης του νησιού. Λάχανα που τα κάνουν λαδερά και πίτες, τα μαγειρεύουν μαζί με όσπρια ή τα βράζουν και τα τρώνε με λεμόνι και λάδι. Τα όσπρια επίσης κυριαρχούσαν το Μεγαλοβδόμαδο, όπως τα ρεβύθια, τα φασόλια και τα λαθίρια, που εκτός από λαδερά και σούπες, κάνουν και νόστιμες φάβες. Μέσα στη νηστεία των ημερών καταναλώνονταν και οι μυκάνοι, τα μανιτάρια δηλαδή, όπως οι «χτενίτες, καμπίτες, στεφανίτες, λοφίτες, φτενίτες, καστανίτες, αλευρίτες, κουκουμάρια, αληποπορδές», που αναφέρει η Νινέττα Λάσκαρι και τα οποία τηγάνιζαν με λάδι – μια μικρή πολυτέλεια μαζί με τα θαλασσινά, όταν υπήρχαν.

Η άνοιξη, ευτυχώς, παρέχει πλήθος από μη ζωικά αγαθά (δεν είναι τυχαία τοποθετημένη εκείνο το διάστημα η νηστεία), όπως τις κουκούτσες (αγκινάρες), τον μπίζι (αρακά), τα κουκιά. Αφορμές για πλούσιο φαγητό ήταν οι μεγαλογιορτές και οι γάμοι, που διαρκούσαν κοντά πέντε ημέρες, και τα κεράσματα μέχρι την ημέρα του στεφανώματος έδιναν κι έπαιρναν: τηγανίτες, ούζο, λικέρ μέντα και κουμκουάτ, γλυκά και κουφέτα από τη μία οικογένεια στην άλλη, και την ημέρα του γάμου αρνιά για το γαμήλιο γλέντι. Ολόκληρο το χωριό συνέτρεχε τις οικογένειες των μελλονύμφων με πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα και αριθμημένες καρέκλες, βάζοντας σε όλα τούτα μια μικρή πινελιά με το διαφορετικό χρώμα κάθε οικογένειας, για να τα ξεχωρίσουν αργότερα.
![]() |
![]() |
Πάσχα με λάβαρα και φλάμπουρα
![]() |
![]() |
Το Πάσχα ήταν μια εποχή ετοιμασιών και ανασκουμπώματος, καθώς βάφονταν αυγά, ψήνονταν οι φογάτσες – τα κερκυραϊκά τσουρέκια με το άρωμα πορτοκαλιού– και ετοιμάζονταν τα φαγώσιμα. «Πάσχα ο Χλωμός δεν έτρωγε ποτέ αρνί, τρώγαμε σούπα αυγολέμονο με κόκορο ή με κότα ή μοσχάρι αργότερα», θα πει ο κ. Μαρκάτης. «Το αρνί θα έπεφτε βαρύ, διότι έτρωγαν πολύ λιτά όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα, για να κοινωνήσουν την ημέρα της Λαμπριάς», συμπληρώνει καθώς φέρνει έναν δίσκο με σκαλιστά γυακοπότηρα ή γυακογυάλια (ποτηράκια της ρακής), γεμάτα με λαμπερό κουμκουάτ, για να συνοδεύσουμε τις νηστίσιμες, αν και γιορτινές, τηγανίτες μας. Ομως κάθε οικογένεια έσφαζε το αρνί της τη Νια Δευτέρα (τη Δευτέρα του Πάσχα, που τη λένε Νια καθώς μετά την Ανάσταση πίστευαν ότι επανεκκινεί η ζωή ανανεωμένη, σαν Πρωτοχρονιά). Το δίνανε στους φουρναραίους του χωριού, να το ψήσει με πατάτες, πιπέρι και σκόρδο, για να είναι έτοιμο όταν θα επέστρεφαν το μεσημέρι, μετά τη γιορτή. Γιατί μιλάμε για γιορτή τρανή: Παίρνανε μαζί σε τουβαέλια (πετσέτες) το κόκκινο αυγό, σαλάδο, κουλούρα (φογάτσα), ούζο, τυριά και άλλα, και κατηφορίζανε στον κάμπο για να γιορτάσουν. Οσοι είχαν μεταλάβει την Κυριακή μπορούσαν να μεταφέρουν λάβαρο, φλάμπουρο και τη σκόλα, ένα μικρότερο φλάμπουρο που απεικόνιζε την Ανάσταση. «Ολόκληρη λιτανεία ξεκινούσε από το χωριό και κατηφόριζε στον κάμπο με τούτα τα λάβαρα, με λαμπάδες, εξαπτέρυγα και μια εικόνα της Παναγίας φορτωμένη με χρυσά τάματα. Τα μαγαζιά του χωριού έφερναν νταμιτζάνες με ούζο, λικέρ μέντα και κουμκουάτ, λουκούμια και συκομαΐδες και “ανοίγανε μπάνγκα” στον κάμπο. Όλα αυτά τα κουβαλούσαν στο κεφάλι οι γυναίκες με κάνιστρα, μεγάλες κόφες που στερέωναν στο κεφάλι με ένα τυλιγμένο μαντίλι, τον πηδελόγο. Μετά το μεγάλο γλέντι επέστρεφαν στα σπίτια τους, να φάνε το αρνάκι της γιορτής».
![]() |
![]() |
Εαρ λιτό και κερκυραϊκό
Πολλά έχουν αλλάξει σήμερα βέβαια, αλλά η τήρηση της νηστείας επικρατεί ακόμα, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Οι συνταγές που δεν έλειπαν από το τραπέζι του Μεγαλοβδόμαδου μαγειρεύονται και σήμερα, συχνά μάλιστα είναι πιάτα που σερβίρονται και ως μεζέδες σε ταβέρνες και μεζεδοπωλεία, όπως το περίφημο καούρικο τσιγαρέλι με τα τσιγαριαστά άγρια χόρτα και το μπόλικο κοκκινοπίπερο, το ξυλότριμμα της Μέσης Κέρκυρας, που είναι φάβα από όσπρια, αραιωμένη με λάδι και αρωματικό ζουμί, το μπουρδετσί, ένα μείγμα από όλα τα ανοιξιάτικα μποστανικά. Εαρ αρωματικό, λιτό και καθαρά κερκυραϊκό.













