Το Κρυονέρι είναι μια αετοφωλιά, ένα αγροτικό κεφαλοχώρι 740 μέτρα πάνω από το Κιάτο και τη θάλασσα. Χωμένο μέσα στην πλούσια φύση, με θέα στον Κορινθιακό κόλπο, βγάζει ωραιότατες σταφίδες, καλό λάδι και φρούτα ορεινά. Δεν είναι τουριστικός προορισμός, ούτε καν πέρασμα, παρόλο που ο δρόμος που διασχίζει το χωριό οδηγεί στη Λίμνη Στυμφαλία. Γύρω του, η κοιλάδα της Λέχοβας, τα αμπελοτόπια και το ελατοδάσος είναι ένα μαγικό τοπίο, ένα παραμύθι που σε καταπίνει όπως το διασχίζεις.
Στην άκρη του χωριού λειτουργεί από το 2008 το Δίπορτο, η ταβέρνα της οικογένειας Μυλωνά. Φιλόξενοι και φιλότιμοι, δουλεύουν το μαγαζί τους ολοχρονίς, φροντίζουν και ταΐζουν το χωριό, τους μόνιμους και τους επισκέπτες του, κι ό,τι κάνουν εμπεριέχει νοιάξιμο και μεράκι. Ο Παναγιώτης, ένας χαρούμενος άνθρωπος με μάτια γελαστά, αφοσιωμένος στην οικογενειακή επιχείρηση, ασχολείται προσωπικά με την προμήθεια πρώτων υλών για το μαγαζί, διατηρώντας απευθείας σχέσεις με παραγωγούς από την περιοχή του, και όχι μόνο, ενώ μεταξύ πολλών άλλων, είναι υπεύθυνος και για το πόστο του ψήστη. Ο πατέρας του, ο Βαγγέλης, είναι ο κουβαλητής. Θα φέρει από τα χωράφια του τα ζαρζαβατικά, θα βγει να μαζέψει άγρια χόρτα, σπαράγγια, βολβούς, ρίγανη κι ό,τι άλλο βρεθεί να τρυγήσει στο διάβα του από το Κεφαλάρι στους πρόποδες της Ζήρειας. Τα κοτόπουλα είναι δικής τους εκτροφής, και τα αυγά ολόφρεσκα καθημερινά.



Η ηρωίδα του μαγαζιού, η κυρία Χρυσάνθη, η μάνα, είναι εκείνη που στα χέρια της υμνείται η πρώτη ύλη και μετουσιώνεται σε τροφή. Κάθε πράγμα στον καιρό του: οι καλοκαιρινές μπάμιες της είναι σκέτη μνήμη, την άνοιξη το ζυγούρι με τα φασολάκια ένα μελωμένο φαγάκι-φόρος τιμής στον πλούτο της ελληνικής κουζίνας, τον χειμώνα δοκίμασα το αρνάκι φούρνου με μακαρόνια μαγειρεμένα στα λευκά ζουμιά του, που πασπαλίζεται με τριμμένη ξερή μυζήθρα της Άννας, αδερφής της Χρυσάνθης, όπως και τα γαρδουμπάκια που συμμαγειρεύονται στο ταψί με κάτι πατάτες φούρνου του ονείρου, γλυκές και ξινές μαζί, ποτισμένες με νόστιμα ζουμιά, αξέχαστες. Αλλά κι αυτή η πίτα της… Εργόχειρο αληθινό. Χόρτινη, γεμισμένη με σπανάκια, άνηθους, μυρώνια, λάπατα, ραδίκια, ό,τι έχει η εποχή, και τα φύλλα σεντονάκια από ύφασμα ακριβό, μεταξένιο, μαστιχωτό και τραγανό. Θέλαμε και σαγανάκι με αργίτικη γραβιέρα Λιμνών του Κακούρου, και μας το ετοίμασε. Κι επειδή πήγαμε Σαββατοκύριακο είχε και μερικά ακόμα πιάτα ημέρας, ό,τι πρέπει για τα κρύα που είχε εκείνο τον καιρό: γίδα βραστή, αγριογούρουνο στιφάδο, και κάτι λαχανοντολμάδες με χορταστική νοστιμιά.
Ο Παναγιώτης βάζει και καίει ξύλα ελιάς στο τζάκι να ζεστάνει η σάλα, αλλά και στην ψησταριά στην κουζίνα για να ανάψει κάρβουνα. Για αρχή, μας έψησε μανιτάρια πλευρώτους του Σταματόπουλου από το Κλημέντι, και λουκάνικα δικά τους – κάνουν τριών λογιών: πρόβεια, μοσχαρίσια και χοιρινά με λιαστή ντομάτα. Ετοίμασε και φιλέτο προβατίνας έξοχο, ωραίο κρέας με ουσία, με μάσημα αλλά όχι σκληρό, το οποίο προμηθεύεται από τη φάρμα Φλέσσα στο Χιλιομόδι, που εκτρέφει πρόβατα φυλής Χίου. Από το Χιλιομόδι φέρνει και αρνιά, όπως και από την Ελασσόνα, ενώ ένα μεγάλο μέρος του μοσχαρίσιου κρέατος το παίρνουν από το γυναικείο Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού του Μαψού. Μοσχάρια και πρόβατα τα σιτεύει όπως πρέπει, σε ειδικό ψυγείο, και ύστερα τα ψήνει υποδειγματικά, ώστε να είναι ξεροψημένα εξωτερικά και εύχυμα εντός.



Όταν τέλειωσε με τα ψησίματα, ο Παναγιώτης ήρθε κι έκατσε μαζί μας, γέμισε τα ποτήρια με κρύο νερό κρυονεριώτικο, γάργαρο και νόστιμο, από την Άνω Κρήνη πλάι στην ταβέρνα, και στα άλλα ποτήρια, τα κολονάτα, σέρβιρε τον διαχρονικό Μαρμαριά του Τσέλεπου, ένα ρουαγιάλ, αρκαδικό Chardonnay, από εκείνα τα παλιά, γενναιόδωρα κρασιά, που θα έπρεπε να πίνουμε πιο συχνά. Ο Παναγιώτης έχει μεριμνήσει για τη wine list του μαγαζιού, το κρασί το έχει μεράκι. Μικρός μα περιεκτικός είναι ο κατάλογος, με καλές προτάσεις κρασιών από την ευρύτερη Πελοπόννησο. Από τον περσινό τρύγο έχει εμφιαλώσει και δικά του κρασιά, στο οινοποιείο Sevino στο Κιάτο.
Είναι ωραία στο Κρυονέρι την άνοιξη, η φύση στα ντουζένια της, όλες οι αποχρώσεις του πράσινου. Και το καλοκαίρι είναι θαυματουργός ο τόπος με την αναζωογονητική δροσιά του. Κι όταν έρχεται το φθινόπωρο είναι μαγεία, σκέτος πίνακας του Γκέινσμπορο. Τον χειμώνα όμως, που όλο το χωριό μυρίζει καμένο ξύλο από τα τζάκια και τις σόμπες, αν έρθεις στο Κρυονέρι ντυμένος με ρούχα βαριά, θα βρεις να φας την πιο γενναιόδωρη λαχανόσουπα με μεδούλι μοσχαρίσιο, τον πατσά με τα όλα του, το βραστό πρόβατο με τα ζουμιά του!
Αμφιθέατρο Κρυονερίου, Κρυονέρι Κορινθίας
- Τηλέφωνο : 27420-51.198
- Ωράριο : Τρίτη-Παρασκευή 6-12, Σάββατο και Κυριακή 12:00-00:00, με έξτρα πιάτα ημέρας
- Κόστος : 15-18 €/άτομο, χωρίς τα ποτά
*Οι τιμές και το μενού των εστιατορίων είναι αυτά που ίσχυαν κατά τη χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.
*Τα ρεπορτάζ αγοράς και τα προϊόντα που προτείνουμε στον Γαστρονόμο είναι επιλογές των συντακτών και δεν έχουν εμπορικό σκοπό ούτε αποφέρουν διαφημιστικό έσοδο.

