Τo Σαν Μιχάλη είναι από τα πιο διάσημα τυριά της Σύρου και ένα από τα δύο που έχουν λάβει ΠΟΠ (το άλλο είναι η κοπανιστή). Η ιστορία του ξεκινάει πριν καν συλληφθεί η ιδέα της υλοποίησής του. «Όταν τη δεκαετία του ’60 η βιομηχανική παρακμή της πόλης οδηγεί πολλούς Συριανούς να μεταναστεύουν στην Αθήνα, αρκετοί εκ των οποίων για να γίνουν θυρωροί, ο Ανωσυριανός Ιωάννης Σολάρης, διευθυντής εκείνη την περίοδο του αγροτικού και κτηνοτροφικού συνεταιρισμού του νησιού, αποφασίζει –ως ανήσυχο πνεύμα που ήταν– να ξεκινήσει την κατασκευή τυροκομείου, με στόχο να κρατήσει τον κόσμο εδώ», διηγείται ο ανιψιός του, Αντώνης Σολάρης, συνταξιούχος του ΟΤΕ, φωτογράφος και δημοσιογράφος. Η ιδέα ήταν να αξιοποιήσουν το άφθονο γάλα που παρήγαν οι κτηνοτρόφοι, και πολύ άμεσα το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Πράγματι, το τυροκομείο ιδρύθηκε το 1964, υπερσύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής και με ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Αρχικά τυροκομούσε τελεμέ και γραβιέρα και ύστερα ένα απίθανο βούτυρο τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, που σύντομα απέκτησε φήμη και εκτός νησιού. «Κατέβαιναν οι ναυτικοί από τα πλοία ειδικά για να αγοράσουν αυτό το βούτυρο από το πρατήριο στο λιμάνι», θυμάται ο Σολάρης. «Η παραγωγή συριανού γάλακτος κάποια στιγμή κυμαινόταν από 9 έως 11 τόνους ημερησίως», ενώ αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, λόγω της χαρακτηριστικής ανομβρίας του νησιού, τα ζώα τρέφονταν κυρίως με σανό, κάτι που διαφοροποιούσε την ποιότητα και τη γεύση του γάλακτος, που θεωρούνταν εξαιρετικά νόστιμο. «Τα αυτοκίνητα της ΒΙΟΣΥΡ σάρωναν τη Σύρο δύο φορές τη μέρα και μάζευαν τις λαΐνες, κάτι ασήκωτες σιδερένιες καρδάρες με το γάλα, που πάνω έγραφαν το όνομα του παραγωγού. Παράλληλα, εκείνη την περίοδο, επειδή η Νάξος δεν είχε τυροκομεία, έρχονταν εδώ και τα δικά τους γάλατα, με αποτέλεσμα να γίνεται διπλή παραλαβή, πρωί-βράδυ». Συν τω χρόνω δημιουργήθηκαν κι άλλα τυριά, όπως η Βιοσύρα, μια μυζήθρα μαλακιά σε ταπεράκι, κασέρι, γιαούρτι και μια έξοχη κοπανιστή. «Στο μεταξύ, ο θείος μου ταξίδευε στο εξωτερικό για να πάρει ιδέες, προσπαθώντας να οργανώσει το τυροκομείο όσο πιο καλά μπορούσε».
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

