Ποιος να το φανταζόταν ότι το 18χρονο παιδί που έφυγε από την Πάτρα για σπουδές στην Αμερική τη δεκαετία του ’60, με μία βαλίτσα ρούχα και μία με δίσκους και βιβλία, θα γινόταν ο δημιουργός της σπουδαιότερης «αλυσίδας» ελληνικών εστιατορίων στον κόσμο! Ήταν το 1979, μετά από σπουδές κοινωνιολογίας στις ΗΠΑ και στον Καναδά και μια συναρπαστική θητεία ως διευθυντής ελληνικού προγράμματος σε ένα κοινοτικό ραδιόφωνο που έστησε με μετανάστες από διάφορες χώρες στο Μόντρεαλ, που του καρφώθηκε η ιδέα να ανοίξει ένα ελληνικό εστιατόριο. Διαφορετικό από αυτά που υπήρχαν την εποχή εκείνη στην Αμερική και που είχαν βγάλει κακό όνομα στην ελληνική κουζίνα. «Δεν ήταν αυτοπεποίθηση αυτό που με έκανε να ανοίξω το εστιατόριο, κάθε άλλο. Ήταν πείσμα», λέει. «Πείσμα, θυμός και αποφασιστικότητα να δείξω την αληθινή Ελλάδα. Όχι την τουριστική, όχι την πρόχειρη, αλλά την ουσιαστική. Του καλού φαγητού, του πολιτισμού, της φιλοξενίας. Μας έβλεπαν κατώτερους, με συμπάθεια, με οίκτο», συνεχίζει. «Δεν ήθελα αυτά τα συναισθήματα, δεν ήθελα να μας λυπούνται και να τρώνε τον μουσακά, το σουβλάκι και να λένε “τι χαριτωμένοι που είστε”. Γιατί εγώ πίστευα και πιστεύω ότι η κουζίνα μας, όταν γίνεται σωστά, στέκεται, χωρίς να έχει να ζηλέψει τίποτα, δίπλα στις καλύτερες κουζίνες του κόσμου. Ήθελα να φέρω στο εστιατόριο το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα, να δημιουργηθεί μια άλλη αντίληψη για το πώς είναι η Ελλάδα».
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

