«Το αρχοντικό χτίστηκε το 1849, τότε που το Νυμφαίο είχε γύρω στους 3.500 κατοίκους, και αγοράστηκε από τον προ-πάππου μου Αντώνιο Δαλαμάγκα, χρυσικό (χρυσοχόο), το 1910 για προίκα της κόρης του Χριστίνας. Η Χριστίνα παντρεύτηκε τον παππού μου Στέργιο Ζέζιο, έμπορο βάμβακος και μορφωμένο για την εποχή του. Είχε τελειώσει το ελληνικό σχολείο και μιλούσε επτά γλώσσες. Ο αδερφός του, Δημήτρης Ζέζιος, ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της Μητρόπολης Αθηνών». Ο παπα-Γιάννης Ζέζιος μας καλοδέχεται στο σπιτικό του και μας αφηγείται την ιστορία του μεγαλοπρεπούς αρχοντικού, που έχει αναπαλαιωθεί από τον ίδιο.

Μέσα από την αφήγηση του παπα-Γιάννη ξετυλίγεται όλη η ιστορία του Νυμφαίου. Μας τη διηγούνται επίσης τα χειροποίητα ταβανωτά του αρχοντικού, οι τοιχογραφίες, τα μεγάλα τζαμωτά, οι επιβλητικοί πολυέλαιοι, τα εντυπωσιακά κιλίμια, τα υφαντά, η γαλλική ταπισερί στο σαλόνι, οι ελαιογραφίες στους τοίχους, οι απλίκες-αντίκες και οι φίνες πορσελάνες στη βιτρίνα.

«Τον έναν του γιο (τον θείο μου) τον έκαμε δικηγόρο, τον πατέρα μου, που είχε πρόβλημα στην ακοή και κατάφερε να τελειώσει μόνο το Γυμνάσιο, τον έκαμε ράφτη και τη θεία μου την πάντρεψε με νομικό, που ήταν και καπνέμπορας και λογιστής. Το 1954 ο πατέρας μου παντρεύτηκε τη μητέρα μου Ζαχαρία, το γένος Ξινάδα, που ήταν Κοζανίτισσα και τη φωνάζανε Λιλή. Και ήταν η μοναδική γυναίκα τότε που ήρθε από πόλη σε χωριό. Στα πέντε χρόνια δυστυχώς πέθανε. Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, ο πατέρας μου δεν είχε υπομονή να ράψει. Το γύρισε στις πατάτες και στο ζωεμπόριο. Τρία παιδιά είχε και τη γιαγιά μου, που ήταν 80 χρονών. Eμένα και την αδερφή μου μας μεγάλωσε η θεία μου. Όταν έγιναν τα σαράντα της μητέρας μου, η θεία μου πήρε την αδερφή μου και μετά από δύο χρόνια κι εμένα και μείναμε στο σπίτι της στη Θεσσαλονίκη.


Μόλις αποφοίτησα, διορίστηκα με σύμβαση αορίστου χρόνου στο Ινστιτούτο Εγγείων Βελτιώσεων, αλλά δεν μου άρεσε η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Είχα και από μικρός το μικρόβιο της τέχνης. Ξεκίνησα ασχολούμενος με τις αντίκες των αρχοντικών του Νυμφαίου και από τη συντήρηση και την αναπαλαίωση αντικών που ασχολούμουν το απόγευμα, έβγαζα τα τριπλάσια από όσα από τη δουλειά μου. Έτσι άφησα το Ινστιτούτο και άνοιξα ένα εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη και σιγά σιγά με έμαθαν».
![]() |
![]() |
«Μα είναι μοναδικός καλλιτέχνης και ο καλύτερος συντηρητής έργων τέχνης», συμπληρώνει η πρεσβυτέρα, η Ηλέκτρα Πιπιάδου-Ζέζιου. «Στο εργαστήριό του, άλλωστε, πλέχτηκε και το ειδύλλιό μας, όπου πήγα νεαρή να παραγγείλω έπιπλα. “Κοριτσάκι μου, μάλλον θα πρέπει να πας κάπου αλλού, γιατί εσύ δεν θα έχεις να με πληρώσεις”, με είχε αποπάρει τότε ο παπα-Γιάννης. Λίγο καιρό μετά, παντρευτήκαμε». Καλλιτεχνική φλέβα επίσης, η πρεσβυτέρα –που είναι Ελληνίδα Πόντια από τη Γεωργία– έχει σπουδάσει πιάνο και παγκόσμια λογοτεχνία και ρωσική φιλολογία κι είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Γκόρκι στο Σοχούν της Γεωργίας.
![]() |
![]() |
Ο παπα-Γιάννης ξαναπαίρνει τον λόγο: «Στο Νυμφαίο ερχόμουν πολύ συχνά. Αλλά δεν είχε ιερέα. Και ο Μέρτζος [σ.σ. Νικόλαος Μέρτζος, συγγραφέας, δημοσιογράφος και τότε πρόεδρος του χωριού] άρχισε να με πειράζει λέγοντάς μου “άντε να σε κάνουμε και παπά, για να έχουμε και παπά στο χωριό”. Λέγε λέγε, μετά από δύο χρόνια μού ήρθε κεραμίδα: “Θα γίνω παπάς”. Βέβαια, να σας πω ότι όσο και να σου λένε ή να θέλεις, αν δεν λάβεις κάλεσμα από τον Θεό, παπάς δεν γίνεσαι. Επειδή το βίωσα, σας μιλώ ειλικρινά. Το συζήτησα και με τον Γιάννη Μπουτάρη και μου είπε: “Ναι, γι’ αυτό έχεις γεννηθεί. Γύρνα στο χωριό σου για να βοηθάς όλο τον κόσμο και τους αναξιοπαθούντες”. Μετά από δύο χρόνια χειροτονήθηκα ιερέας.
![]() |
![]() |
Έτσι επέστρεψα στο χωριό μου με την οικογένειά μου γύρω στο 2000, και τότε το Νυμφαίο είχε περίπου 200 άτομα. Τώρα έχει μόνο 35 περίπου άτομα και από όσους δουλεύουν εδώ κανείς δεν μένει στο χωριό. Και τότε ήμουν ο μοναδικός που έμεινα με την οικογένειά μου στο χωριό. Η κόρη μου Χριστίνα ήταν το μοναδικό παιδί στο χωριό και έκανε 110 χλμ. την ημέρα για να πάει σχολείο και να γυρίσει.
![]() |
![]() |

Ο Γιάννης Μπουτάρης και ο Ν. Μέρτζος είναι αυτοί που έκαναν ξανά γνωστό το Νυμφαίο που είναι διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 10 ομορφότερα χωριά της Ευρώπης», συνεχίζει ο παπα-Γιάννης. «Η ιστορία του Νυμφαίου αρχίζει το 1389, όταν οι περίφημοι Βλάχοι Οδίται υπερασπιζόμενοι τη Βυζαντινή Αυτοκρατο- ρία, έχασαν την τελευταία μάχη κατά των Οθωμανών και αποσύρθηκαν ένοπλοι με τις οικογένειές τους στο βουνό μας. Γύρω στο 1630 ασχολούνται με την αργυροχρυσοχοΐα και για τα επόμενα 300 χρόνια ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα αργυροχρυσοχοΐας της Ελλάδας. Συνηθιζόταν τότε τα κέντρα αυτά να είναι σε δυσπρόσιτα μέρη, για να αποφεύγονται ληστρικές επιδρομές. Μην ξεχνάτε, επίσης, ότι εδώ στο βουνό δεν είχαμε καλλιέργειες. Οπότε όλοι ήταν χρυσικοί και έμποροι και δραστηριοποιούνταν σε όλο τον κόσμο. Οι άνδρες ήταν στα ταξίδια και στα μέρη όπου είχαν τις δουλειές τους, και στο σπίτι στο χωριό έμεναν οι γυναίκες και τα παιδιά. Η κοινωνία λοιπόν τότε ήταν μητριαρχική και μάλιστα τα χρήματα που έστελναν οι άνδρες στην οικογένειά τους τα έστελναν στη μητέρα τους και όχι στη σύζυγο. Βέβαια, υπήρχαν χρήματα και είχαν υπηρέτριες, γκουβερνάντες Γαλλίδες, Γερμανίδες. Γι’ αυτό στο Νυμφαίο μην ψάχνετε για χωριάτικες συνήθειες. Το περιβάλλον ήταν αστικό. Φανταστείτε ότι, ενώ το ηλεκτρικό ήρθε στο χωριό το 1970, οι περισσότεροι από το 1860 περίπου είχαν κουδούνια με μπαταρία για να καλούν την υπηρεσία τους αλλά και για τις εξώπορτες. Το Νυμφαίο, επίσης, είχε αποχετευτικό σύστημα και σύστημα ύδρευσης. Το 1930, όμως, μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς, άρχισε ο μαρασμός. Όλοι πήραν τις οικογένειές τους και έμειναν εκεί όπου δραστηριοποιούνταν, δηλαδή σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και στον κόσμο», εξηγεί ο παπα-Γιάννης.

Κρι(ου)τσούνα κάλαντα, κόλιντα και κουλάκου
«Όταν ήσουν εσύ μικρός, πάτερ, τι τρώγατε τα Χριστούγεννα;» ρωτά ο σεφ Χριστόφορος Πέσκιας, που κάθισε δίπλα μας, κουβαλώντας μαζί και τις σημειώσεις του για τη γαστρονομία του τόπου. «Χοιρινό. Αρκετές μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, γινόταν η γουρουνοχαρά. Κάθε σπίτι έσφαζε τον χοίρο του και μάλιστα όλοι συναγωνιζόμασταν όχι τόσο για το κρέας, αλλά για το λίπος, που το θέλαμε για τη μαγειρική, παρόλο που είχαμε βούτυρο. Ετοιμάζαμε τηγανιές και τσιγαρίδες για μεζέ, και λουκάνικα, παστά κρέατα και αλλαντικά για να το διατηρήσουμε, και τρώγαμε μέχρι το Πάσχα. Το χοιρινό στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι το κάναμε με τα λάχανα, φρέσκα ή τουρσί, ή με τα πράσα. Ζύμωναν και ψωμί και το έψηναν στον ξυλόφουρνο, και μέχρι να γίνει μας έκαναν λαγάνες (“πισινίκες” τις λέγαμε τότε)».
![]() |
![]() |
«Μα είχατε λάχανα εδώ, πάτερ, αφού από τέλη Οκτωβρίου έπιανε το χιόνι και έλιωνε κατά το Πάσχα;» αναρωτιέται ο Χριστόφορος. «Α! Εδώ τίποτα δεν βλασταίνει. Λάχανα παίρναμε από το Ξινό Νερό, πατάτες από το Σκλήθρο, πράσα από την Αλμωπία, φασόλια από την Καστοριά και τις Πρέσπες και φυσικά πιπεριές από τη Φλώρινα. Είχαμε τότε τέσσερα-πέντε μπακάλικα στο χωριό για να παίρνουμε όλα τα χρειαζούμενα. Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, λοιπόν, είχαμε για ορεκτικά λάχανο τουρσί, πιπεριές ψημένες στο λάδι, γεμιστές πιπεριές με λάχανο και το κασκουτηγάν, έναν μεζέ με πιπεριές Φλωρίνης στο τηγάνι με τοπικό τυρί μπάτζ(ι)ο.
Μετά είχαμε κρεατόσουπα και για κυρίως το χοιρινό που σας είπα. Η σαλάτα ήταν λάχανο με αλάτι, λεμόνι και λάδι. Ωραίο φαγητό, επίσης, και γιορτινό ήταν τα σαρμαδάκια λάχανο με κρέας ψιλοκομμένο με τσεκούρι. Παρόλο που είχαμε οικιακή, χειροκίνητη μηχανή για κιμά, προτιμούσαμε το ψιλοκομμένο κρέας με τσεκούρι για τους ντολμάδες. Και στο τέλος βγάζαμε τα γλυκά: ρυζόγαλα, ρεβανί, κρέμα καραμελέ (μην απορείτε, σας είπα, είχαμε αστικές συνήθειες και η γιαγιά μου, γεννημένη το 1887, μας έφτιαχνε την αυθεντική συνταγή), μπισκότο, φοντάνι (σοκολατάκι), πέτουρα (ζύμη με αυγό, τηγανισμένο με μέλι ή ζάχαρη). Τις τηγανίτες τις είχαμε για πεσκέσι στα γεννητούρια και τον μπακλαβά για βασιλόπιτα την Πρωτοχρονιά», θυμάται ο παπα-Γιάννης.
«Η ιστορία της γαστρονομίας είναι η ιστορία του τόπου. Ο τόπος την υπαγορεύει, τα λάχανα, τα πράσα, τα κάστανα, το βούτυρο, τα χοιρινά», λέει ο Χριστόφορος Πέσκιας και σηκώνεται βιαστικά για να αρχίσει μαζί με την πρεσβυτέρα να ετοιμάζουν τα εδέσματα του γιορτινού τραπεζιού.
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
Ο πατήρ Ιωάννης βρήκε την κόλιντα (ένα χειροποίητο μακρύ, ξύλινο σφυράκι) και ξετύλιξε κι άλλες αναμνήσεις από τις γιορτινές ημέρες στο Νυμφαίο: «Την προπαραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, μαζευόμασταν σε ένα σπίτι παρέες παιδιών από 12 έως 20 ετών, ανάβαμε το τζάκι, ψήναμε κάστανα, παίζαμε παιχνίδια και ξενυχτούσαμε. Ετοιμάζαμε τον τρουβά (ταγάρι) και την κόλιντα και γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα ξεκινούσαμε να λέμε τα Κρι(ου) τσούνα κάλαντα (του Χριστού τα κάλαντα). Με την κόλιντα χτυπούσαμε δυνατά τις πόρτες για να ξυπνήσουμε τους νοικοκύρηδες και να τους τραγουδήσουμε τα κάλαντα, και αυτοί με τη σειρά τους δεν μας έδιναν λεφτά τότε, αλλά το κουλάκου (ψωμάκι με ρεβυθένιο προζύμι), κάστανα, κανένα μανταρίνι κ.ά. Μέχρι τα χαράματα είχαμε τελειώσει, μετά πηγαίναμε στην εκκλησία και το μεσημέρι είχαμε το χριστουγεννιάτικο γεύμα στρωμένο όμορφα στην τραπεζαρία. Γενικά τρώγαμε όλοι μαζί στην τραπεζαρία και καμιά φορά, αυστηρά τις καθημερινές και ποτέ τις γιορτές ή όταν είχαμε κόσμο, για πιο γρήγορα μπορεί να τρώγαμε και α λα τούρκα. Δηλαδή καθισμένοι στα ντουσέκια (στρώματα) γύρω από τον σοφρά (το χαμηλό στρογγυλό τραπεζάκι). Τότε τρώγαμε καμιά πίτα δίπλα στη φωτιά. Γιατί εμείς την πίτα την είχαμε για φαγητό και όχι για πρώτο πιάτο ή συνοδευτικό, όπως σήμερα. Μάλιστα την Πρωτοχρονιά η πίτα ήταν το κύριο φαγητό μας, συνήθως κρεατόπιτα ή πρασοτυρόπιτα, και ο μπακλαβάς ήταν η βασιλόπιτά μας. Εκεί βάζαμε το φλουρί. Τα δώρα και τα μισθιάρικα (φιλοδωρήματα – από το “μισθός”) τα δίναμε την Πρωτοχρονιά, όχι τα Χριστούγεννα. Επίσης, εμείς την Πρωτοχρονιά ντυνόμασταν κουδουνάρηδες, με προβιές, με γυναικεία ρούχα και με όργανα πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε σε όσους γιόρταζαν, τους χτυπούσαμε την πόρτα για να τους ευχηθούμε. Είχαμε μαζί μας και την πούγκα (το πουγκί) για να βάζουμε τα φιλοδωρήματα, που συνήθως ήταν ένα φοντάνι ή καραμέλες.

Τώρα χάσαμε όλες τις παραδόσεις. Βλάχικα πια δεν μιλώ με κανέναν. Άλλαξε η φυσιογνωμία του τόπου, χάνει σιγά σιγά την ταυτότητά του και με στενοχωρεί. Έφυγαν οι παλιοί και πλέον η μόνη διέξοδος είναι ο τουρισμός. Εμείς όμως επιδιώκαμε τον ποιοτικό και υψηλό τουρισμό, αλλά τώρα προσέχουν τις τουριστικές προδιαγραφές, χωρίς όμως να εξετάζουν την ιστορία, τον πολιτισμό, τον ανθρώπινο παράγοντα. Εμείς με την Ηλέκτρα λειτουργούμε το αρχοντικό και ως ξενώνα και έχουμε πραγματική φιλοξενία. Η Ηλέκτρα, που είναι και η ψυχή του αρχοντικού, είναι ακούραστη, τελειομανής και ποτέ δεν είπε “βαριέμαι” ή “κουράστηκα”. Παρόλο που εγώ για τη συντήρηση και την ανακαίνιση έκανα έναν χρόνο για κάθε δωμάτιο. “Στη ζωή μας πρέπει να αναζητούμε την ποιότητα”, είναι η αγαπημένη της φράση. Πλέον, με την τεχνολογία νιώθουμε ότι ζούμε σε προάστιο πόλης και δεν νιώθουμε απομονωμένοι. Έχουμε ξεφύγει από τα προβλήματα της πόλης. Έχουμε ομορφιά, καθαρό αέρα, πρόγραμμα στα ψώνια, στην καθημερινότητα, οργάνωση, χώρο, πανέμορφη φύση… Η ζωή στο χωριό είναι ωραία. Υπάρχουν δυσκολίες, αλλά αυτές υπάρχουν παντού».
Δείτε εδώ τις συνταγές από το γιορτινό μενού στο Νυμφαίο.















