«Όταν ήρθαν στην Κοκκινιά οι παππούδες μου, ξεκίνησαν να κάνουν παστουρμάδες και σουτζούκια μέσα στα παραπήγματα της περιοχής, για να βγάνουν το μεροκάματό τους. Αυτά ήξεραν, αυτά μπορούσαν να κάνουν, χειροποίητα, με κρέας μοσχαρίσιο», μας έλεγε ο Μπεδρός Κουρουνλιάν. Την ημέρα που μας τραπέζωσαν στο σπίτι τους στη Βούλα, στις 12 Οκτωβρίου, ήταν η επέτειος της απελευθέρωσης της Αθήνας από τις γερμανικές δυνάμεις και μαζί και τα γενέθλιά του, που τα γιόρτασε με αρμένικη τάρτα μελιού. «Εμείς είμαστε Βυζαντινοί», διευκρίνισε καθώς μας διηγούνταν πως από το Βυζάντιο και μετά οι προπαππούδες του ζούσαν στην Καππαδοκία, ώσπου «ήρθαν οι Τούρκοι και έγινε κι εκεί Τουρκιά». Ο παππούς Αγκόπ Κουρουνλιάν έφυγε από εκείνα τα μέρη κάπου γύρω στο 1920-22, πέρασε στη Χίο, όπου έμεινε για δύο τρία χρόνια, κι ύστερα ήρθε με την οικογένειά του στον Πειραιά και εγκαταστάθηκαν στην Παλαιά Κοκκινιά. Εκεί γεννήθηκε και ο πατέρας του ο Μιράν.



Παστουρμάς, το παλιό απόχτι
Οι πρώτοι παστουρμάδες που έφτιαχναν στις προσφυγικές γειτονιές γίνονταν ανάρπαστοι. Ήταν μια χειροπιαστή ανάμνηση, που θύμιζε στους ξεριζωμένους Αρμένηδες τις πατρίδες που χάθηκαν. «Τότε ακόμη η Ελλάδα δεν ήξερε τους παστουρμάδες, παρόλο που υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο παστουρμάς φτιαχνόταν από παλιά στην Ιωνία, με την ονομασία απόχτι, που σήμαινε κρέας λιασμένο στον ήλιο. Στην Αρμενία, στην καθαρή γλώσσα, ο παστουρμάς λεγόταν απούχτ, από χιλιετίες πριν. Πολλοί λοιπόν πιστεύουν ότι ο παστουρμάς δεν έχει σχέση με την Τουρκία, παρά είναι ελληνικό προϊόν. Στην Αρμενία, δε, έχει θέση ανεξαιρέτως σε κάθε επίσημο τραπέζι, μαζί με το σουτζούκι, όπως αλλού είναι το χαβιάρι ή το προσούτο για παράδειγμα».
Παστουρματζήδες πάππου προς πάππου είναι η οικογένεια Κουρουνλιάν, που στην Ελλάδα τουλάχιστον ασκεί την τέχνη εδώ και τρεις γενιές.
Μετά τον πόλεμο ιδρύθηκε το πρώτο συνεταιρικό εργοστάσιο του Μιράν Κουρουνλιάν, που βρισκόταν εκείνα τα χρόνια στου Ρέντη, στο ίδιο σημείο με τη σημερινή λαχαναγορά. Όταν η περιοχή αυτή απαλλοτριώθηκε από τον Καραμανλή, τότε το εργοστάσιο μετακόμισε στην Παλαιά Κοκκινιά. «Δούλευαν και οι δύο γονείς μου εκεί και έκαναν μια μικρή παραγωγή αλλαντικών χρησιμοποιώντας ψυγείο πάγου. Εκείνα τα χρόνια, που εγώ πήγαινα ακόμη σχολείο, υπήρχε ήδη και το παντοπωλείο μας στην Ευριπίδου, εκεί που είναι και σήμερα». Τότε βέβαια δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια σούδα, όλη κι όλη 2×3 μέτρα, στριμωγμένη ανάμεσα σε χαμόσπιτα, «ένας μέσα, ένας έξω», όπως λέει ο κ. Μπεδρός.
Το ’74 το μαγαζί της Ευριπίδου μεγάλωσε κάπως, ενώ αργότερα, το 2010, όταν μεγάλωσαν και τα παιδιά του, ο Μιράν ο νεότερος και ο αδερφός του ο Κρικόρ έφτιαξαν ένα πολύ πιο ευρύχωρο και πιο περιεκτικό μαγαζί, και με τα χρόνια άνοιξαν δύο καταστήματα ακόμα, ένα στον Πειραιά και ένα στο Χαλάνδρι. Ταυτόχρονα, η τέχνη του παστουρμά εξελίχθηκε. Παράγεται και από τα επτά μονοκόμματα μέρη του μοσχαριού, με πιο νόστιμο από όλα το κόντρα φιλέτο, που έχει και λίγο λίπος. «Παίζει μεγάλο ρόλο η επεξεργασία και η σωστή παλαίωσή του. Το σίτεμα είναι που δίνει τα πολύπλοκα αρώματα στον παστουρμά, μαζί και το μπαχαρικό που τον καλύπτει. Αυτά τα δύο συμπληρώνουν το ένα το άλλο», εξηγεί ο κ. Μπεδρός, καθώς η γυναίκα του, η κ. Μάιντα, Αρμένισσα κι εκείνη, φέρνει μια πιατέλα με έναν λόφο από παστουρμά λεπτοκομμένο.
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |



Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ
Η κυρία Λούση Σιανγκαγιάν, πεθερά του Άρη, του αδερφού της Μάιντας, και μητέρα της Λιζέτ, της νυν προέδρου του Κυανού Σταυρού Ελλάδας, μένει στο ακριβώς διπλανό σπίτι με τους Κουρουνλιάν και ζουν παράλληλες ζωές. Μαζί με τη Μάιντα, οι δυο τους ετοίμασαν το τραπέζι. Η Λούση θεωρεί ότι όλες οι αρμένικες συνταγές είναι περίπλοκες και με αρκετές δυσκολίες, και θέλουν πολλή υπομονή και προσοχή στην εκτέλεσή τους. Εκείνη όμως είναι η πιο καταφερτζού από τις μαγείρισσες της σειράς της, γι’ αυτό και στην οικογένειά της τη βγάζουν μπροστά όταν έχουν να ετοιμάσουν τις πιο δύσκολες από τις δύσκολες αρμένικες συνταγές, βέβαιοι ότι θα τους βγάλει ασπροπρόσωπους.
Οι πρώτοι παστουρμάδες που έφτιαχναν στις προσφυγικές γειτονιές γίνονταν ανάρπαστοι. Ήταν μια χειροπιαστή ανάμνηση, που θύμιζε στους ξεριζωμένους Αρμένηδες τις πατρίδες που χάθηκαν.
Μας αφηγείται πως ο πατέρας της, ο Αντρανίκ Οβακιμιάν, ήρθε 20 χρονών από την Πέργαμο και η μητέρα της, η Μαρία Στεπανιάν, ήρθε από τη Σμύρνη στα δέκα της. «Όλα τα καράβια από τη Μικρασιατική Καταστροφή πήγαν αρχικά στη Χίο. Η οικογένεια του πατέρα μου έμεινε για μερικά χρόνια στην Κρήτη, ενώ της μητέρας μου ήρθαν κατευθείαν στην Αθήνα. Από τις διηγήσεις της ξέρω πως στείλανε οι Τούρκοι ένα τρένο στο Οδεμήσιο (στα περίχωρα της Σμύρνης) και διέταξαν να φύγουν τα γυναικόπαιδα. Έτσι ήρθαν πέντε αδερφές μαζί με τα κορίτσια τους, ανάμεσα στα οποία και η μαμά μου. Με το δεύτερο τρένο είπαν ότι θα στέλνανε και τους άντρες. Αυτό το τρένο δεν έχει φτάσει ακόμη. Όλους τους σφαγιάσανε. Από τη μεριά του πατέρα μου, ο παππούς μου ο Κεβόρκ είχε επτά παιδιά, από τα οποία τον μπαμπά μου και τα άλλα τέσσερα τα πήρε ο ελληνικός στρατός μαζί με όλους τους χριστιανούς κατά τη διάρκεια της υποχώρησης, μεταφέροντάς τους με ασφάλεια στη Σμύρνη. Γνωρίζω πως ο Κεβόρκ ήταν ένας πολύ ευκατάστατος έμπορος ξηρών καρπών. Πήγε τελευταία ώρα να αποχαιρετήσει τους Τούρκους φίλους του, με ήδη φορτωμένα τα άλογα με όλη την περιουσία και τα χρυσαφικά τους. Πες πες, εκείνοι τελικά τον έπεισαν να μη φύγει, κι εκείνος δεν ήθελε πολύ, και παρά τη μεγάλη φασαρία που έγινε για να μη μείνει πίσω, τελικά αυτός αποφάσισε να μην εγκαταλείψει το σπίτι του και να παραμείνει εκεί μαζί με τη γυναίκα και τα δύο μικρά παιδιά τους. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν. Όταν, πολλά χρόνια μετά, γύρω στο ’70, τους έψαξαν οι συγγενείς τους, το σπίτι ήταν απείραχτο, με την επιγραφή με το όνομα του παππού στην ίδια θέση. Δεν βρέθηκε όμως ποτέ κανείς και κανένα απολύτως ίχνος τους». Οι γονείς της Λούση ασχολήθηκαν κι αυτοί με το εμπόριο ξηρών καρπών και είχαν το κατάστημά τους στην Κέκροπος στον Πειραιά.




![]() |
![]() |
Μια πινέζα κρατάει μια πατρίδα στη θέση της
«Εμείς δεν έχουμε μία, αλλά δύο πατρίδες. Είμαστε και Έλληνες και Αρμένιοι».
Από μικρή, η κ. Λούση ασχολήθηκε με τις φιλανθρωπίες, για πάρα πολλά χρόνια υπήρξε μέλος του Αρμενικού Κυανού Σταυρού, και κάποια στιγμή μάλιστα διετέλεσε και η ίδια πρόεδρος. «Κοστίζει που είμαστε Αρμένιοι», έλεγε, εξηγώντας πως «όχι μόνο δουλεύουμε εθελοντικά, αλλά πληρώνουμε και συνδρομή για να είμαστε μέλη του συλλόγου. Κάνουμε τα μπαζάρ μας και συνεστιάσεις για να έχουμε πόρους σαν σύλλογος, ώστε να βοηθάμε αυτούς που έχουν ανάγκη. Βλέπεις, δεν έχουμε κράτος που να μπορεί να μας στηρίξει».


![]() |
![]() |
«Έχω ένα πατριωτικό αίσθημα, που μου έχουν εμφυσήσει οι γονείς μου, και προσπαθώ κι εγώ να το μεταδώσω στα παιδιά μου», μας είπε η Λούση.
Λίγο καιρό μετά τη συνάντησή μας, έφυγε για δέκα ημέρες στην Αρμενία, στην πινέζα του χάρτη της. «Θα πάω στην πατρίδα μου, γιατί γιορτάζουμε τα 115 χρόνια της ίδρυσης του φιλανθρωπικού αρμένικου συλλόγου μας (Armenian Relief Society) και θα μαζευτούν Αρμένιοι της διασποράς από όλο τον κόσμο», έλεγε. Η κ. Λούση πηγαίνει στην Αρμενία όποτε προκύπτει ευκαιρία και συντρέχει λόγος, αν και όχι πολύ συχνά. «Έχω ένα πατριωτικό αίσθημα που μου έχουν εμφυσήσει οι γονείς μου και προσπαθώ κι εγώ να το μεταδώσω στα παιδιά μου». Αγαπούν μια πατρίδα στην οποία δεν έχουν ζήσει ποτέ. «Άνοιξα τον Μπαμπινιώτη να ψάξω να δω τι λέει στο λήμμα στη λέξη “πατρίδα”. Αλλά τελικά τη σωστή απάντηση έπρεπε να την ψάξω στις “χαμένες πατρίδες”. Εμείς δεν έχουμε μία, αλλά δύο πατρίδες. Είμαστε και Έλληνες και Αρμένιοι». Στο σπίτι της πάντα μαγείρευε και αρμένικα φαγητά για να τα γνωρίσουν τα παιδιά, και το ίδιο κάνει τώρα για τα εγγόνια της. Ένα «γαϊτανάκι» γεύσεων είναι το τραπέζι της, που για κοντάρι του έχει την Αρμενία.









