«Τώρα είν’ Μάης κι άνοιξη, τώρα είν’ καλοκαίρι»
Μήνας αγαπητός ο Μάιος, της ανοιξιάτικης κορύφωσης και της χαράς της ζωής, γεμάτος γιορτές και συμβολισμούς. Συμπίπτει με τις σαράντα ημέρες από την Ανάσταση του Χριστού μέχρι την Ανάληψή του και, σύμφωνα με τη χριστιανική πίστη, ο Χριστός βρίσκεται ακόμη ανάμεσα στους ανθρώπους και μαζί του οι ψυχές των νεκρών αγαπημένων. Με μια σπαρακτική συμπόνια πίστευαν ότι οι ανάλαφρες ψυχές κάθονταν αυτό το διάστημα στα τρυφερά βλαστάρια του σταριού και των αμπελιών, γι’ αυτό δεν τα έκοβαν, «μην τύχει και πέσουν οι ψυχές που είναι καθισμένες εκεί και χτυπήσουν και κλαίνε». Ούτε ξαράχνιαζαν τις γωνιές, γιατί κι εκεί κάθονται οι ψυχές, όπως και στις απλωμένες μπουγάδες.
Την ημέρα της Ανάληψης (που πέφτει πάντοτε ημέρα Πέμπτη) πιστεύουν πως όποιος έχει ψυχή καθαρή μπορεί τα μεσάνυχτα να δει ένα φως να ανεβαίνει προς τον ουρανό· είναι ο Χριστός που «αναλήφεται» στους ουρανούς. Η επιστροφή των ψυχών γίνεται το Σάββατο της Πεντηκοστής, το τελευταίο Ψυχοσάββατο «του Ρουσαλιού». Για να διευκολύνουν τη θλιβερή πορεία τους στα μνήματά τους, άναβαν κεριά στις εισόδους των σπιτιών και κατά μήκος των δρόμων που οδηγούν στα κοιμητήρια.
Την ημέρα της Αναλήψεως, εθιμοτυπικά γινόταν το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα, σε λίμνες ή σε ποτάμια. Έπαιρναν και νερό από σαράντα κύματα σε ένα μικρό δοχείο και το φύλασσαν όλο τον χρόνο, για να θεραπεύσουν με αυτό εξανθήματα ή τσιμπήματα από έντομα. Συνηθισμένο έθιμο ήταν και η «μαλλιαρή», έθιμο που σήκωνε μεγάλη ελευθεροστομία. Σύμφωνα με αυτό, οι νέες κοπέλες έτρεχαν στα ακρογιάλια και αναζητούσαν στα ρηχά μια πέτρα μαλλιαρή, καλυμμένη δηλαδή με θαλασσινά βρύα, την άφηναν να ξεπλυθεί από σαράντα κύματα και την έφερναν κάτω από το προσκεφάλι τους, για να δουν ποιον θα παντρευτούν.
Διαβάστε περισσότερα στον Γαστρονόμο

