Ο Τσομπανάκος είναι γεμάτος – με αντίκες, αναμνηστικά, ζωγραφιές, ξερές κολοκύθες, κανάτες, αποκόμματα εφημερίδων, κρασοβάρελα. Από τους τοίχους μέχρι τα ξύλινα δοκάρια στο χαμηλό ταβάνι κρέμονται ενθύμια. Το μάτι δεν έχει πού να πρωτοσταθεί.
Η κουζίνα του είναι κι αυτή γεμάτη – από κατσαρόλες με μαγειρευτά, ταψιά με πίτες ψημένες στη στόφα που ζεσταίνει και την αυλή απέναντι, γλυκό του κουταλιού με κουμ κουάτ από τη γλάστρα. Η σχάρα πάνω στα κάρβουνα είναι φουλαρισμένη με παιδάκια κομμένα λεπτά λεπτά, από έμπειρο χέρι, «τσιγαρόχαρτα» που έρχονται ωστόσο ροδισμένα και ζουμερά στην πιατέλα. «Φρούτα του δάσους» τα λένε οι σερβιτόροι όταν κλείνουν με αυτά την απαγγελία του μενού, ένα αστείο που ποιος ξέρει πότε ξεκίνησε; Πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν άρχισε να δουλεύει εδώ ο νεότερος υπάλληλος; Πριν από είκοσι; Ή κοντά στο 1954, όταν ο μικρασιάτης Θεόφιλος Κανονιέρης άνοιξε το μαγαζί σε ένα στενό της Καισαριανής;
Διαβάστε περισσότερα στο Gastronomos.gr

