Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: αυτοί που λατρεύουν τον πατσά και αυτοί που τον σιχαίνονται, δεν υπάρχει το ενδιάμεσο. Εγώ τον λάτρεψα. Η πρώτη φορά που δοκίμασα μού έχει μείνει αξέχαστη.
Ήταν το 2019 στη Θεσσαλονίκη, λίγο πριν την καραντίνα, μετά από ποτό και χορό με την παρέα. Ως τότε, στο μυαλό μου ο πατσάς ήταν συνδεδεμένος με λούμπεν καταστάσεις και η ιδέα να τον δοκιμάσω μου προκαλούσε φρίκη. Στο μαγαζί που με πήγαν μου έκαναν εντύπωση τα πάντα.
Οι πελάτες ήταν καλοντυμένες κυρίες με γούνες, μεγάλες παρέες νεαρών ατόμων, μοναχικοί τύποι που έβγαιναν για σούπα τη νύχτα, πρόσωπα σοβαρά και γελαστά, όλα πάνω από ένα πιάτο πατσά, σκέτο ή ανάμεικτο. Ο χώρος ήταν πεντακάθαρος, λουσμένος στο φως, με λευκά τραπέζια και άνετος, κι ο μάγειρας πίσω από τα καζάνια να βγάζει τα κομμάτια κρέατος από τον ζωμό και να τα κόβει με χορογραφική δεξιοτεχνία. Οι φίλοι μου ήταν κατηγορηματικοί, παρήγγειλαν και για μένα ό,τι έτρωγαν αυτοί και όταν ήρθε η ώρα να δοκιμάσω, κατάλαβα γιατί αυτό το ταπεινό και για πολλούς αηδιαστικό πιάτο έχει τόσο φανατικούς υποστηρικτές.
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

